Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Η Γερμανία του μεσοπολέμου και η αιτιοκρατία.


«Στα χρόνια που ακολούθησαν το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου πολέμου, αλλά προηγήθηκαν της ανάπτυξης της αναιτιακής κβαντομηχανικής, ένας μεγάλος αριθμός Γερμανών φυσικών αποσπάστηκε από την αιτιότητα στην φυσική ή την αποποιήθηκε ρητά, υπό την επιρροή ρευμάτων σκέψης και για λόγους που μόνο ευκαιριακά συνδέονται με τις εξελίξεις του κλάδου τους». Απόσπασμα, ίσως το πιο χαρακτηριστικό και το πιο σημαντικό, από το κλασσικό βιβλίο του Paul Forman “Weimar culture, causality and quantum theory, 1918-1927”. Στο οποίο ο συγγραφέας εξιστορεί και εξηγεί πώς και γιατί η κοινωνία της Γερμανίας του μεσοπολέμου επηρρέασε αποφασιστικά τις εξελίξεις στον χώρο της φυσικής προς την κατεύθυνση της αντιαιτιοκρατίας, του ιντετερμινισμού. Αυτό, βέβαια, κάνει εντύπωση στους περισσότερους, δοθέντος ότι έχει καλλιεργηθεί η αντίληψη πως ό,τι γίνεται σ΄ έναν επιστημονικό κλάδο εξαρτάται αποκλειστικά και μόνον από εσωτερικές διεργασίες, οι οποίες αφορούν στο συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο. Δεν θα πρέπει, όμως, να ξεχνάμε ότι οι επιστημονικές θεωρίες, τα ιστορικά γεγονότα κ.ο.κ. για να γίνουν κατανοητά θα πρέπει να εξετάζονται μέσα στα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά και πολιτισμικά πλαίσια της εποχής τους. Και το μεγαλύτερο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της Φυσικής στην περίοδο της δημοκρατίας της Βαϊμάρης.
Το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου εύρισκε την Γερμανία βαριά λαβωμένη. Ένα ολόκληρο έθνος βίωνε την ταπείνωση μιας βαριάς στρατιωτικής ήττας και τις συνέπειες μιας εξευτελιστικής συνθήκης «ειρήνης». Ενός πολέμου ο οποίος είχε δημιουργήσει πληθώρα οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, τα οποία ζητούσαν άμεση λύση. Οι κινήσεις των Σπαρτακιστών στο Βερολίνο και η επικράτηση της Ρώσικης Επανάστασης προκαλούσαν επιπρόσθετες ανησυχίες στην άρχουσα τάξη και στα κοινωνικά της στηρίγματα. Η προοπτική μιας βαθιάς κοινωνικής ανατροπής περιγράφεται από τον Nenni με τον ακόλουθο τρόπο: «Η πτώση των Ηohenzollern στην Γερμανία, η συντριβή της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και η φυγή του τελευταίου αυτοκράτορα, οι κινήσεις των Σπαρτακιστών, η Μπολσεβίκικη επανάσταση στην Ουγγαρία, όλα τα πρωτόγνωρα και ταραχώδη συμβάντα του τέλους του 1918 και της αρχής του 1919, ανακίνησαν την φαντασία και έδωσαν ελπίδες, ότι ο ίδιος ο παλιός κόσμος βρισκόταν στην διαδικασία κατάρρευσης και ότι η ανθρωπότητα βρισκόταν στο κατώφλι μιας νέας εποχής και μιας νέας κοινωνικής τάξης» (P. Nenni. Il Diciannovismo, Milano, 1952, σ. 18). Βέβαια, ο Nenni εξετάζει τα πράγματα από την σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων. Αν αντικαταστήσουμε την λέξη «ελπίδες» με την λέξη «φόβος» μπορούμε εύκολα να φανταστούμε ποια ήταν η ψυχική κατάσταση της Γερμανικής αστικής τάξης το 1920. Η απόγνωση, η οποία είχε κυριεύσει ευρέα στρώματα του πληθυσμού, εκφράστηκε σε επίπεδο συμπεριφοράς ως μία υπαρξιστική «φιλοσοφία της ζωής» (Lebensphilosophie), η οποία ήταν δυναμικά αντίθετη προς τον ορθολογισμό, και ειδικώτερα, προς τον ορθολογισμό των θετικών επιστημών. Η «φιλοσοφία της ζωής» δεν ήταν μία πραγματική φιλοσοφία την οποία ανέπτυξε και ανέδειξε κάποια συγκεκριμένη σχολή. Περισσότερο ήταν μία γενική τάση όλης της Γερμανικής κουλτούρας, η οποία αντιτίθετο σε κάθε ορθολογική κοσμοαντίληψη, όπως η διαλεκτική, η λογική συστηματικοποίηση, η αιτιοκρατική ερμηνεία, τα μαθηματικά κ.ο.κ. Αυτή η τάση είχε την υποστήριξη των διανοούμενων, των πολιτικών, των ανθρώπων του πνεύματος, διαχέονταν δε σε μεγάλες μάζες του πληθυσμού. Η άρχουσα τάξη στήριζε και υποδαύλιζε αυτήν την τάση, προκειμένου να αποπροσανατολίσει τον λαό και ταυτόχρονα να φορτώσει τις δικές της ευθύνες για όσες συμφορές είχαν βρει την χώρα σε αποδιοπομπαίους τράγους, όπως ήταν όλοι εκείνοι που υποστήριζαν τον ορθολογισμό και την αιτιοκρατία. Και όταν τελείωσαν όλοι αυτοί, βρήκαν άλλους αποδιοπομπαίους τράγους, τους Εβραίους της Γερμανίας. Η Lebensphilosophie, επομένως, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Lukacs, ήταν «η άρχουσα ιδεολογία όλης της ιμπεριαλιστικής περιόδου στην Γερμανία». Όπως αναφέρει ο ίδιος, στο πρώτο διάστημα του μεσοπολέμου, σχεδόν όλα τα αναγνώσματα του γερμανικού αστισμού είχαν ένα κοινωνικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο εμπνευσμένο από την Lebensphilosophie. Κατά τον ίδιο συγγραφέα, «η γενική επιτυχία της ιδεολογίας της απόγνωσης στην Γερμανία του μεσοπολέμου ήταν, χωρίς αμφιβολία, και πρώτα απ΄ όλα συνέπεια της ήττας, της συνθήκης των Βερσαλλιών, της απώλειας της εθνικής και πολιτικής προοπτικής» (G. Lukacs: La distruzione della ragione, Einaudi, Torino, 1959, σ. 81).
Σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση αυτής της τάσης διεδραμάτισε ο Spengler, ένας από τους μεγαλύτερους πολιτιστικούς προδρόμους του ναζισμού, σύμφωνα με την Βρετανική Εγκυκλοπαίδεια. Το βιβλίο του Spengler Η πτώση της Δύσης είχε μία τεράστια εκδοτική επιτυχία, και ασφαλώς ανάλογη απήχηση. Οι ιδέες του Spengler για την φυσική ήταν ότι το περιεχόμενό της ήταν απόλυτα επικαθορισμένο ιστορικά: απλά, δεν υπάρχουν παρά μόνον ανθρωπομορφικές αντιλήψεις, και, κατ’ αυτόν, έτσι συμβαίνει και με κάθε φυσική θεωρία, όσο καλά θεμελιωμένη και εάν είναι. Η αιτιοκρατία ήταν ένας από τους πλέον αγαπημένους στόχους του Spengler. Έγραφε, λοιπόν, για την αιτιοκρατία τα εξής: «Πιστεύω ότι υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην ιδέα του πεπρωμένου και της αρχής της αιτιότητας, μία αντίθεση της οποίας η βαθιά σημασία δεν έχει μέχρι σήμερα αναγνωριστεί… Το πεπρωμένο είναι η λέξη που αποδίδει μία εσωτερική βεβαιότητα, η οποία δεν μπορεί να εκφρασθεί. Την ουσία αυτού που είναι αιτιακό μπορούμε να την εκφράσουμε με αριθμούς, με εννοιολογικές αναλύσεις… Το ένα μας ζητά να αναλύσουμε λεπτομερώς, το άλλο να δημιουργούμε. Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο το πεπρωμένο προσκολλάται στην ζωή και η αιτιότητα στον θάνατο».
Οι ιδέες αυτές για την αιτιότητα δεν ήταν καινούριες. Ήδη ο Νίτσε είχε υποστηρίξει ότι η έννοια της αιτιότητας δεν ήταν παρά η συμβολική μεταγραφή της βούλησης για δύναμη, δηλαδή του εσωτερικού αισθήματος δύναμης ή χαρούμενης διαχυτικότητας.
Στο ίδιο βιβλίο ο Spengler διαπίστωνε μία γενική κρίση της επιστήμης, και προέβλεπε το τέλος των δυτικών φυσικών επιστημών, επιστημών οι οποίες ως επί το πολύ είχαν στηριχτεί στις ελληνικές υλιστικές αντιλήψεις του Λεύκιππου, του Δημόκριτου, του Επίκουρου. Και φυσικά, με το τέλος των φυσικών επιστημών θα έρχονταν και το τέλος της αιτιοκρατίας. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι όλα αυτά γράφονταν πολύ πριν συλληφθεί και διατυπωθεί μία μη αιτιοκρατική φυσική, όπως αυτή προέκυψε από τις θέσεις των θεωρητικών της σχολής της Κοπεγχάγης. Μέχρι εκείνη την στιγμή υπήρχε μόνον η κλασσική φυσική, η οποία ήταν απόλυτα αιτιοκρατική, έστω και κατά τρόπο μηχανιστικό.

Όμως ο Spengler δεν ήταν ο μόνος που ξιφουλκούσε κατά του ορθολογισμού και κατά των φυσικών επιστημών. Οι πολιτικοί αρχηγοί της δημοκρατίας της Βαϊμάρης με πάθος και επιμονή έγραφαν και έλεγαν παρόμοια πράγματα. Ο υφυπουργός Carl Heinrich Becker επιτέθηκε κατά «της πολύ μεγάλης υπόληψης που χαίρει η καθαρά διανοητική πλευρά της πολιτισμικής μας δραστηριότητας και της αποκλειστικής υπερίσχυσης του ορθολογικού τρόπου σκέψης, που έχει οδηγήσει και θα συνεχίσει να οδηγεί στον χονδροειδή εγωισμό και υλισμό». Έγραφε, επίσης, ότι «όλο το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι αποκλειστικά προσανατολισμένο προς την νόηση. Πρέπει να επανακτήσουμε τον σεβασμό μας για το ανορθολογικό». Παρόμοιες δηλώσεις είχαν γίνει και από τον υπουργό πολιτισμού Konrad Haenisch, έναν σοσιαλδημοκράτη, που επιτέθηκε ενάντια στον μηχανισμό και στον υλισμό και επιθυμούσε μεγαλύτερο σεβασμό προς το ανορθολογικό.
Πολλοί διανοούμενοι με επιρροή είχαν παρόμοιες θέσεις. Ο Alfred Vierkandt έγραφε το 1920: «Σήμερα βρισκόμαστε όλοι σε μία περίοδο απόλυτης άρνησης του θετικού. Διανύουμε μία περίοδο όπου έχουμε πάλι ανάγκη ενότητας, μιας συνθετικής τάσης σε όλες τις περιοχές της γνώσης, ενός τρόπου σκέψης που εξυμνεί κυρίως το οργανικό παρά το μηχανιστικό, το ζωντανό παρά το μη ζωντανό, την έννοια της αξίας, του στόχου και του αποτελέσματος στην θέση της αιτιότητας». Ο Ernst Troeltsch επετίθετο επίσης ενάντια στην «αποπνικτική αιτιοκρατία», και θεωρούσε την αιτιότητα στις φυσικές επιστήμες, στην ψυχολογία και στην κοινωνιολογία ως την πρώτη έννοια που έπρεπε να καταρριφθεί.
Ένα γεγονός το οποίο είναι αποκαλυπτικό για την βαριά ατμόσφαιρα στην Γερμανία του 1920, είναι οι δραστηριότητες τις οποίες ανέπτυξε μία ομάδα γνωστή ως «Ένωση ενάντια στον Einstein». Η ομάδα αυτή διοργάνωσε στις 24 Αυγούστου 1920 μία εκδήλωση στο Βερολίνο, η οποία είχε διαφημιστεί πολύ. Ο Einstein την παρακολούθησε μόνο για να ακούσει ότι «καταγγέλλονταν ως ένα άτομο άξιο περιφρόνησης, ένας λογοκλόπος, ένας τσαρλατάνος και ως ένας επιστημονικός ντανταϊστής». Όλα αυτά εξελίσσονταν σε καταθλιπτική ατμόσφαιρα με αγκυλωτούς σταυρούς στους τοίχους και αντισημητικά φυλλάδια, τα οποία διανέμονταν στους παριστάμενους. Την ίδια εποχή δεκάδες οργανώσεις νεολαίας ακροδεξιών τάσεων άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και να παρουσιάζουν δράση. Σε κάποιες από αυτές εντάχθηκαν ωρισμένοι, οι οποίοι στην συνέχεια διεδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση της κβαντομηχανικής. Στο θέμα, όμως, αυτό θα αναφερθούμε στην  συνέχεια. Ένα άλλο περιστατικό χαρακτηριστικό του κλίματος της εποχής ήταν η υπερενθουσιώδης υποδοχή, η οποία επιφυλάχθηκε στον βραβευμένο με βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας Ινδό ποιητή, συγγραφέα και φιλόσοφο, Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, σύμβολο του μυστικισμού και της αντιαιτιοκρατίας, όταν αυτός επισκέφτηκε την Γερμανία το 1921. Ο τύπος της εποχής κάνει λόγο για «σκηνές έξαλλης λατρείας, που αποδίδεται σε ήρωες». Εκατοντάδες έφηβες και έφηβοι συνωθούντο στις αίθουσες, όπου ο Ταγκόρ θα έδινε διαλέξεις εν μέσω ποδοβολητών, χειροκροτημάτων, τσιρίδων και λιποθυμιών. Εάν οι ιστοριογράφοι της εποχής εκείνης ζούσαν μερικές δεκαετίες αργότερα, θα παρομοίαζαν τις τέτοιες εκδηλώσεις του κοινού με εκείνες που οι σημερινοί νέοι επιφυλάσσουν στα σύγχρονα συγκροτήματα ροκ μουσικής.
Οι άνθρωποι του πνεύματος δέχονταν σοβαρές επιθέσεις στις εφημερίδες, σε δημόσιες συγκεντρώσεις και στις ιδιωτικές τους συνομιλίες. Μερικές φορές κριτικάρονταν από μέλη της ίδιας τους της οικογένειας. Ο Forman αναφέρεται στις «κατηγορίες που έπρεπε να ακούει ο κακόμοιρος ο Max Born καθημερινά από την γυναίκα του, μία, υποτίθεται, ποιήτρια και δραματική συγγραφέα». Μάταια ο Einstein προσπαθούσε να την πείσει ότι αυτό που η ίδια έλεγε «ο υλισμός του Max» ήταν απλά η αιτιακή προσέγγιση στην διερεύνηση των πραγμάτων. Σ’ αυτές τις επιθέσεις οι επιστήμονες δεν αντέτασσαν μία ομοιογενή αντίσταση. Μία ισχνή μειοψηφία παρέμενε αμετακίνητη στις θέσεις της υπέρ της αιτιοκρατίας και του ορθολογισμού. Ανάμεσα τους ξεχώριζαν οι Planck και Einstein. Ο πρώτος, ως καθαρόαιμος Γερμανός,  βρισκόταν σχετικά στο απυρόβλητο. Ο Einstein όμως, λόγω της Εβραϊκής καταγωγής του, είχε γίνει κυριολεκτικά «ο σάκκος του μποξ». Παρά ταύτα ο μεγάλος αυτός επιστήμονας και διανοητής με στωϊκότητα δέχονταν τις εναντίον του επιθέσεις, οι οποίες αρκετές φορές έφταναν στα όρια της χυδαιότητας. Και οι δυο μεγάλοι αυτοί επιστήμονες παρέμειναν ως το τέλος της ζωής τους αμετακίνητοι στις θέσεις τους αναφορικά με την αιτιοκρατία, τον ορθολογισμό και τον ρόλο που πρέπει να διαδραματίζει η επιστήμη γενικώς, και ειδικώτερα η επιστήμη της Φυσικής.
Οι περισσότεροι, πάντως, επιστήμονες μεταστράφηκαν γρήγορα σε μία αναιτιακή φιλοσοφία, πολύ πριν την δημιουργία της κβαντομηχανικής. Άλλοι, πάλι, είχαν μία χλιαρή αντίδραση, υπερασπιζόμενοι από την μία πλευρά την επιστήμη και δεχόμενοι από την άλλη τις «νέες ιδέες». Ωρισμένοι καταπιάστηκαν με την έρευνα, στηριζόμενοι στις αντιαιτιοκρατικές ιδέες, ιδέες τις οποίες ήδη είχαν αποδεχτεί στις κοινωνικές και πολιτικές τους δραστηριότητες πριν ακόμη γίνουν φυσικοί. Αυτή ήταν η περίπτωση των Jordan και Heisenberg. Ένα ακόμη αξιοπρόσεκτο γεγονός ήταν η ταχύτατη μεταστροφή ανθρώπων, οι οποίοι πρωτύτερα είχαν πιστέψει στην αιτιότητα. Ο Forman αναφερόμενος στο φαινόμενο αυτό σημειώνει τα εξής: «Η σχεδόν θρησκευτική αλλαγή φρονημάτων και η προσχώρηση στην αναιτιότητα έγινε ένα συνηθισμένο φαινόμενο το καλοκαίρι και προς το τέλος του 1921. Κάπως σαν να εδημιουργείτο ξαφνικά ένα μεγάλο ξύπνημα, ο ένας φυσικός μετά τον άλλο απαρνιόταν μπροστά σε μία ακαδημαϊκή συγκέντρωση το σατανικό δόγμα της αιτιότητας και ανήγγειλε το ευχάριστο νέο, ότι οι φυσικοί είχαν φτάσει στο σημείο που μπορούσαν να απαλλάξουν τον κόσμο από την δουλεία  του». Το 1921 ο Richard von Mises επικαλέσθηκε την κβαντική θεωρία, η οποία στο μεταξύ είχε διατυπωθεί, ως την ευκαιρία για να απορριφθεί η αιτιότητα και προσπάθησε να δείξει ότι ακόμη και στην περιοχή της κλασσικής μηχανικής η αιτιότητα δεν ήταν πια αποδεκτή. Την ίδια χρονιά ο Walter Schottky δημοσίευσε ένα αντιαιτιοκρατικό μανιφέστο με τίτλο «Το πρόβλημα της αιτιότητας στην κβαντική θεωρία ως βασικό ζήτημα για ολόκληρη την επιστήμη της φυσικής». Ο Walter Nernst, στον εναρκτήριο λόγο του ως πρύτανης του Πανεπιστημίου του Βερολίνου (1921), βεβαίωνε, ανάμεσα σε πολλά άλλα ενδιαφέροντα πράγματα, ότι: «Η γνώμη της αρχής της αιτιότητας ως απόλυτα αυστηρού νόμου της φύσης περιορίζει τις δυνατότητες του πνεύματός μας και γι’ αυτό σήμερα το ερευνητικό καθήκον στις φυσικές επιστήμες είναι να σπάσουν τα δεσμά για να επιτραπεί μία ελεύθερη πορεία στην επιστημονική σκέψη, ώστε να μην είναι πια υπό περιορισμό».


Τα παραπάνω αναφερθέντα παραδείγματα προσχώρησης στην αναιτιότητα είναι μόνον λίγα από όσα συνέβησαν στην πραγματικότητα. Μία πιο γενική, και πάλι όμως ενδεικτική, αξιολόγηση αυτού του προβλήματος δίνεται από την διερεύνηση ακόμη και των τίτλων των γερμανικών βιβλίων και περιοδικών κατά την περίοδο 1918-1922, όπου ο όρος «αιτιότητα» εμφανίζεται με αξιοσημείωτη συχνότητα. Ήδη από το 1920 ο Born  ομολογούσε σε μία επιστολή του προς τον Einstein ότι είχε λάβει υπ΄ όψιν του, με ευνοϊκό τρόπο, την ιδέα της μη αιτιότητας (προφανώς ο άνθρωπος δεν θα άντεξε την ατέλειωτη κρεβατομουρμούρα της γυναίκας του). Το 1919, ο Franz Exner διακήρυξε ότι η αιτιότητα πέθανε, ενώ ένα χρόνο αργότερα ο Willy Wien, ένας φυσικός με μεγάλη επιρροή, αποκήρυττε την αιτιότητα. Οι πιέσεις που ασκούντο στους φυσικούς έκαμψαν ακόμη και τον Erwin Schrödinger. Στο εναρκτήριο μάθημα που έκανε ως καθηγητής της θεωρητικής φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, εξήρε την σημασία των αναιτιακών απόψεων του Exner και ουσιαστικά τις αποδέχτηκε. Πάντως, το 1925 επέστρεψε στην αιτιότητα, από την οποία και δεν μετακινήθηκε ως το τέλος της ζωής του. Όπως ήδη έχουμε αναφέρει, την ταραγμένη αυτήν περίοδο, οι ακροδεξιών τάσεων οργανώσεις της νεολαίας φύτρωναν σαν τα μανιτάρια. Σε μία από αυτές, την Jugendbewegung, είχε ενταχθεί ο νεαρός τότε Heisenberg. Για το θέμα αυτό ο Forman γράφει: «Ο Heisenberg έγραψε πολλές φορές στα απομνημονεύματά του… ότι όταν αφοσιώθηκε στις σπουδές της θεωρητικής φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου στο τέλος του 1920, ήταν ήδη ενεργό μέλος της  Jugendbewegung για μερικά χρόνια και συνέχισε να είναι για κάποιο διάστημα ακόμη. Ενώ ο Heisenberg ήταν εσκεμμένα ασαφής για την ιδιαίτερη οργάνωση του περίεργου κινήματος νεολαίας στο οποίο ανήκε – ο W. Z. Laquer βεβαιώνει ότι ο Heisenberg ήταν ένας Weisser Pitter – οι ακόλουθες παρατηρήσεις ισχύουν γι’ αυτήν την ομάδα που ήταν γενικά δεξιά. Ο διανοητικός προσανατολισμός του συγκεκριμένου κινήματος χαρακτηρίστηκε σωστά από τον Theodor Wilhelm: «Η Jugendbewegung είναι σταθερά και βαθειά στρατευμένη σ’ αυτήν την εξύμνηση της εσωτερικής ζωής που εκθειάστηκε από τον Νίτσε, που ανήχθη σε σύστημα από την Lebensphilosophie στην αρχή του αιώνα, που παραφράστηκε από κινήματα μεταρρύθμισης της τέχνης και της παιδαγωγικής, και από την οποία το κίνημα του Hitler κατάφερε επίσης να καρπωθεί οφέλη με τον τρόπο του». Πράγματι, οι πιο ριζοσπαστικοί αντίπαλοι των θετικών επιστημών ήταν οι χονδροειδείς Lebensphilosophen – Ludwig Klages, Hermann Keyserling, Rudolf Steiner – που είχαν την μεγαλύτερη επιτυχία και που άσκησαν την πιο ισχυρή επιρροή στο εσωτερικό της Jugendbewegung… Ενώ κανένας τέτοιος προσανατολισμός δεν εμφανίζεται ρητά στα απομνημονεύματα του Heisenberg, μπορούμε να τον βρούμε «ανάμεσα στις γραμμές». Έτσι ο Heisenberg περιγράφει για τον εαυτό του ότι είχε εξαναγκαστεί να υπερασπιστεί την απόφαση του να επιχειρήσει μία σταδιοδρομία θεωρητικού φυσικού. Αυτό που είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί είναι ότι δηλώνει πως το έκανε προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η θεωρητική φυσική είχε «αναδείξει προβλήματα που αψηφούσαν όλη την φιλοσοφική βάση της επιστήμης, την δομή του χώρου και του χρόνου, ακόμη και την ισχύ των αιτιακών νόμων». (P. Forman, σ. 105-106). Αυτό το τελευταίο – ισχύς των αιτιακών νόμων – φαίνεται πως ήταν ένα δυνατό επιχείρημα, το οποίο έκαμψε τις αντιρρήσεις των σκληρών της οργάνωσης, οι οποίοι και επέτρεψαν στον νεαρό Heisenberg να διακονήσει την «επάρατη» φυσική. Και ο Heisenberg αποδείχτηκε συνεπής στις αντι-υλιστικές, αντιαιτιοκρατικές και αντιρεαλιστικές του θέσεις. Στο βιβλίο του Φυσική και Φιλοσοφία γράφει μεταξύ άλλων: «Η έννοια του ατόμου αντιπροσώπευε την κεντρική έννοια του υλισμού που δίδασκαν ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος. Από την άλλη πλευρά, η τρέχουσα ερμηνεία των ατομικών φαινομένων πολύ λίγη ομοιότητα έχει με μία καθεαυτό υλιστική φιλοσοφία. Πράγματι, μπορούμε να πούμε ότι η ατομική φυσική έχει στρέψει την επιστήμη από την υλιστική κατεύθυνση που είχε υιοθετήσει κατά τον 19ο αιώνα». Σε άλλο σημείο γράφει: «Όλοι οι αντίπαλοι της ερμηνείας της Κοπεγχάγης συμφωνούν σ΄ ένα σημείο: κατά την γνώμη τους θα ήταν ευκταίο να επιστρέψουμε στην έννοια της φυσικής πραγματικότητας της κλασσικής φυσικής ή, για να χρησιμοποιήσουμε έναν πιο γενικό φιλοσοφικό όρο, στην οντολογία του υλισμού… Όμως αυτό είναι αδύνατο, ή τουλάχιστον δεν είναι εντελώς δυνατό, λόγω της φύσης των ατομικών φαινομένων». Και αλλού χαρακτηρίζει τον ρεαλισμό, την ρεαλιστική δηλαδή αντίληψη για την πραγματικότητα, ως «δογματικό».


Πλέον αποκαλυπτικός υπήρξε ο Jordan, ο οποίος επίσης στοιχήθηκε με αποφασιστικότητα ενάντια στον υλισμό και στην αιτιοκρατία. Στο βιβλίο του Η Φυσική στον 20ο αιώνα έγραφε: «Οι νέες αντιλήψεις που προήλθαν από τα κβαντικά φυσικά πειράματα και την θεωρητική τους επεξεργασία σημαίνουν την εκκαθάριση της υλιστικής εικόνας του κόσμου, που είχε αναπτυχθεί στην κλασσική δυτική επιστήμη, στην βάση της υλιστικής φιλοσοφίας». Λίγες σελίδες πιο πριν μπορούμε να διαβάσουμε: «Ξεφορτωθήκαμε οριστικά ένα από τα πιο χτυπητά χαρακτηριστικά της υλιστικής αναπαράστασης του κόσμου (σημ. εννοεί την αιτιοκρατία), ενώ η θετικιστική θεωρία βρίσκεται επιβεβαιωμένη και αιτιολογημένη με αποφασιστικό τρόπο».
Οι αντιλήψεις αυτές, βέβαια, αντικρούστηκαν με εξίσου αποφασιστικό τρόπο από εξίσου ισχυρές επιστημονικές προσωπικότητες, όπως τον Einstein, τον de Broglie, τον Schrödinger, τον Ευτύχη Μπιτσάκη, τον Franco Selleri και άλλους πολλούς. Εκείνο, όμως, που έχει σημασία, και αυτός άλλωστε είναι ο σκοπός αυτού του άρθρου, είναι να καταλάβουμε ωρισμένα πράγματα: Η αιτιοκρατία, για λόγους που εξηγούμε στο σχετικό άρθρο (βλ. σύνδεσμο στο τέλος του παρόντος άρθρου) υπήρξε πάντοτε ο στόχος της κυρίαρχης ιδεολογίας. Συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες σε συγκεκριμένη κοινωνία της Ευρώπης και για συγκεκριμένους λόγους ευνόησαν την ανάπτυξη ενός μαζικού αντιαιτιοκρατικού κινήματος. Από τις γραμμές του οποίου αναδύθηκαν επιστημονικές φυσιογνωμίες του αναστήματος του Heisenberg, οι οποίες και υπηρέτησαν με πάθος και συνέπεια αυτήν την συγκεκριμένη ιδεολογία. Εκείνο, επίσης, που πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι ακόμη και οι επιστημονικές θεωρίες δεν θα πρέπει να εξετάζονται ξεκομμένες από το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο οι θεωρίες αυτές αναπτύσσονται. Ακόμη ότι η αντιαιτιοκρατία (ιντετερμινισμός) αναπτύχθηκε πριν ακόμη διατυπωθεί η κβαντική θεωρία, πριν ακόμη υπερισχύσουν και απόλυτα κυριαρχήσουν οι αντιαιτιοκρατικές, αντιϋλιστικές και αντιρεαλιστικές θέσεις της Σχολής της Κοπεγχάγης. Με άλλα λόγια, δεν ήταν η κβαντική θεωρία εκείνη που έφερε την αντιαιτιοκρατία, αλλά αυτή, για τους λόγους που αναλύσαμε, προϋπήρξε της νέας επιστήμης. Επίσης θα πρέπει να έχουμε κατά νουν ότι στην γείτονα της Γερμανίας Δανία ανδρώνονταν ο μετέπειτα αρχηγέτης της Σχολής της Κοπεγχάγης Niels Bohr, ο οποίος εξ απαλών ονύχων και καθ’  όλην την διάρκεια της ζωής του βρίσκονταν υπό την καθοδήγηση και την επιρροή του Harald Høffding, συνεχιστή του έργου του Δανού φιλόσοφου Søren Kierkegaard, πρόδρομου του σύγχρονου υπαρξισμού και της νεορθόδοξης θεολογίας. Οι φιλοσοφικές επιρροές αυτών των δυο ανδρών είναι καταφανείς στο επιστημονικό έργο του Niels Bohr, ειδικώτερα στην «αρχή της συμπληρωματικότητας». Μαθηματική στήριξη  στην οποία παρέσχε ο Heisenberg  με την «αρχή της αβεβαιότητας». «Ο κύκλος, έτσι, έκλεισε» και η αντιαιτιοκρατία, η οποία είχε γιγαντωθεί στην Γερμανία του μεσοπολέμου, απετέλεσε την συνεκτική ύλη για την διαμόρφωση της τάσης εκείνης, η οποία έμελλε να αναδειχθεί ως η κυρίαρχη ερμηνεία στον χώρο της κβαντικής μηχανικής.


ΠΗΓΕΣ:
Paul Forman. Weimar culture, causality and quantum theory, 1918-1927: Adaptation by German Physicists and Mathematicians to a hostile intellectual environment. “Historical studies in the Physical Sciences” 3, University of Pennsylvania Press, 1971.
Franco Selleri. Παράδοξα και Πραγματικότητα. Τα θεμέλια της μικροφυσικής. Εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2004.
Σύνδεσμοι:

    

Κυριακή 9 Αυγούστου 2015

Γιατί ο ουρανός είναι γαλανός;



Το ερώτημα φαντάζει απλό, ίσως και απλοϊκό. Η απάντηση του όμως δεν είναι και τόσο εύκολη. Τουλάχιστον η κλασσική Φυσική δεν μπορεί να την δώσει. Απάντηση δίδει η κβαντική Φυσική, και πιο συγκεκριμένα η κβαντική θεωρία της αλληλεπίδρασης του φωτός με την ύλη.
Σύμφωνα με την κβαντική θεωρία το άτομο περιγράφεται ως ένα σύστημα του οποίου η ενέργεια είναι  κβαντωμένη, δηλαδή παρουσιάζει μία αλληλουχία ενεργειακών επιπέδων, διαχωρισμένων μεταξύ τους: η ενέργεια ενός ατόμου δεν μπορεί να λάβει παρά ωρισμένες τιμές, τις τιμές αυτών των επιπέδων, οι οποίες είναι χαρακτηριστικές για αυτό το άτομο, ή, ακριβέστερα, για το είδος στο οποίο ανήκει (άνθρακας, άζωτο κλπ). Στην κανονική κατάσταση, το άτομο, από τις επιτρεπόμενες καταστάσεις, βρίσκεται σ’ εκείνην που χαρακτηρίζεται από την ελάχιστη ενέργεια (μη διεγερμένη ή θεμελιώδης κατάσταση). Όταν στο άτομο προσπέσει ένα φωτόνιο συχνότητας ν, η οποία αντιστοιχεί ή πιο σωστά γίνεται αντιληπτή από εμάς ως κάποιο χρώμα, π.χ. κόκκινο, και ενέργειας Ε=hν (όπου h η σταθερά του Planck ίση με 6,55x10-27erg.sec), το άτομο μπορεί να περάσει σε μία ανώτερη ενεργειακή κατάσταση, υπό τον όρο πάντοτε ότι η ενέργεια των προσπιπτόντων φωτονίων θα είναι ακριβώς ίση με την διαφορά μεταξύ ενός από τα επιτρεπόμενα ενεργειακά επίπεδα και του θεμελιώδους. Στην διεγερμένη δηλαδή κατάσταση, το άτομο, πάντοτε υπό την προϋπόθεση που τέθηκε παραπάνω, απορροφά ένα φωτόνιο, το οποίο εξαφανίζεται από την προσπίπτουσα δέσμη και το άτομο οδηγείται σε μία ανώτερη ενεργειακή κατάσταση. Ονομάζουμε αυτές τις απορροφήσεις συντονισμένες απορροφήσεις ή απλώς συντονισμούς. Στην ανώτερη αυτήν ενεργειακή κατάσταση το άτομο μπορεί να παραμείνει για κάποιο χρονικό διάστημα και μετά να μεταπέσει στην θεμελιώδη του κατάσταση εκπέμποντας ένα φωτόνιο ίδιας συχνότητας και συνεπώς ίδιας ενέργειας με εκείνο το οποίο είχε απορροφηθεί. Το άτομο δηλαδή μπορεί να γίνει πομπός φωτός.

                  (Πηγή εικόνας: http://users.sch.gr)
Ας φανταστούμε, τώρα, τα ηλεκτρόνια του ατόμου ως μικρούς ταλαντωτές, ικανούς να πάλλονται υπό την επίδραση ενός ηλεκτρομαγνητικού κύματος, και των οποίων οι ιδιοσυχνότητες (δηλαδή οι συχνότητες για τις οποίες το ηλεκτρόνιο συντονίζεται, παλλόμενο με μέγιστο πλάτος) αντιστοιχούν σε μεταβάσεις του ατόμου από την θεμελιώδη κατάσταση σε μία από τις διεγερμένες. Εάν ένα φωτεινό κύμα προσπέσει στο άτομο ο ταλαντωτής αρχίζει να πάλλεται. Η απόκριση του ταλαντωτή είναι ασήμαντη (αλλά μη μηδενική) όταν η συχνότητα του προσπίπτοντος κύματος είναι διαφορετική από τις ιδιοσυχνότητες του, ενώ, αντίθετα, γίνεται πολύ σημαντική όταν οι συχνότητες του κύματος και του ταλαντωτή συμπίπτουν, όταν έχουμε δηλαδή συντονισμό. Για την πλειονότητα των απλών ατόμων (Ο, Ν, Η) οι συχνότητες συντονισμού είναι αρκετά υψηλότερες από αυτές που χαρακτηρίζουν το ορατό φως. Ανήκουν στην περιοχή του φάσματος, η οποία ονομάζεται υπεριώδης. Αυτός είναι ο λόγος που ένα αέριο είναι διαφανές.
Για τα μόρια (Ο2, Ν2, Η2Ο), οι συχνότητες συντονισμού είναι χαμηλότερες από τις ορατές συχνότητες, άρα και σ’ αυτήν την περίπτωση βρίσκονται έξω από το ορατό φάσμα. Με την εξής, όμως, σημαντική διαφορά: στην περίπτωση των ατόμων, οι μάζες που ταλαντώνονται είναι αυτές των ηλεκτρονίων. Στην περίπτωση των μορίων, οι ταλαντούμενες μάζες είναι αυτές των ατόμων. συνεπώς, είναι πολύ βαρύτερες απ’ ό,τι στην πρώτη περίπτωση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, ένα και το αυτό κύμα να θέτει πολύ ευκολότερα σε κίνηση τους ταλαντωτές που αντιστοιχούν σε άτομα απ’ ό,τι εκείνους που αντιστοιχούν σε μόρια.
Το ηλιακό φως αποτελείται από ένα σύνολο ακτινοβολιών που περιλαμβάνει όλες τις δυνατές συχνότητες του φάσματος, από το υπεριώδες ως το υπέρυθρο, μέσω του ορατού. Οι υπέρυθρες ακτινοβολίες προκαλούν τον συντονισμό των μορίων, αλλά τα αντίστοιχα πλάτη είναι μικρά. Αντίθετα, οι υπεριώδεις ακτινοβολίες προκαλούν τον συντονισμό των ατόμων, και τα αντίστοιχα πλάτη είναι σημαντικά. Το ορατό φως θέτει σε κίνηση τους ταλαντωτές με ένα πλάτος ταλάντωσης σχετικά μικρό, αλλά το ίδιο για όλους. Συνολικά, το ηλιακό φως προκαλεί ταλαντώσεις μέσου ή μικρού πλάτους στο ορατό, αμελητέου στο υπέρυθρο και πολύ μεγάλου στο υπεριώδες. Όπως ήδη αναφέραμε, ένα ταλαντούμενο φορτίο, όπως συμβαίνει να είναι το ηλεκτρόνιο ενός ατόμου που εξαναγκάζεται σε ταλάντωση, είναι επίσης πομπός φωτός. Δηλαδή, ένα ταλαντούμενο ηλεκτρόνιο εκπέμπει προς όλες τις κατευθύνσεις ένα ηλεκτρομαγνητικό κύμα (φως), του οποίου η συχνότητα είναι ίση με την ιδιοσυχνότητα της ταλάντωσης του. Οι φυσικοί έχουν αποδείξει ότι η ένταση της εν λόγω εκπομπής είναι ανάλογη με την τέταρτη δύναμη αυτής της συχνότητας.
Έχοντας κατά νου τα όσα ήδη εκθέσαμε μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε γιατί τα μόρια του ατμοσφαιρικού αέρα όταν φωτίζονται από τον Ήλιο εκπέμπουν φως. Η εκπομπή αυτή είναι εντονότερη στην συχνότητα του κυανού (σχεδόν διπλάσια εκείνης του ερυθρού) απ’ ότι στο ερυθρό, η ένταση δε του εκπεμπόμενου φωτός είναι πολλαπλάσια της ιδιοσυχνότητας των ταλαντούμενων μορίων του αέρα. Αυτός είναι ο λόγος που ο ουρανός φαίνεται γαλάζιος. Η κβαντική φυσική δίδει την απάντηση και σ’ αυτό το απλό ερώτημα.
           (Πηγή εικόνας:www.physics.ox.ac.uk )
Σημείωση.
Η απορρόφηση και εκπομπή φωτονίου από το άτομο είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των αέναων μετασχηματισμών της ύλης, των μεταπτώσεων της μιας μορφής της σε άλλη, την εμφάνιση νέας μορφής ύλης ή την επανεμφάνιση της προηγούμενης σ’ ένα αδιάκοπο «Τα πάντα ρει».
Πηγή: Victor Weisskopf. Η Κβαντική Επανάσταση. Εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1994.




Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Το σύστημα διακυβέρνησης των επαναστατημένων Ψαρών.


Ενώ η Ύδρα και οι Σπέτσες είχαν αριστοκρατική διοίκηση, καθώς κουμάντο κάνανε οι νοικοκυραίοι, τα Ψαρά είχανε μία θαυμαστή για εκείνον τον καιρόν δημοκρατική διακυβέρνηση. Οι νοικοκυραίοι της Ύδρας και των Σπετσών δεν βλέπανε αυτό το σύστημα με καλό μάτι. Στο ημερολόγιο του ο Σαχτούρης σημειώνει ειρωνικά για τους Ψαριανούς: «Εφαντάσθησαν ότι ήναι άλλοι Αθηναίοι, και ονόμασαν την τοπικήν Διοίκησιν τους, Βουλήν των Ψαρών».
Κάθε χρόνο, κάθε Μάρτη συγκεκριμένα, μαζεύονταν ο λαός στα Ψαρά και βγάζανε σαράντα αντιπροσώπους απ’ όλες τις τάξεις. από τους «παρτσινέβελους, τους καπεταναίους, τους καραβοκυραίους, τους εμπόρους και τους μαρινάρους». Αυτοί οι σαράντα ήταν η Βουλή των Ψαρών, που θα όριζε για έναν χρόνο τους δημογέροντες. Οι αντιπρόσωποι μετά την εκλογή τους, κλειδώνονταν στην εκκλησιά του Αϊ-Νικόλα μαζί μ’ έναν παπά, ο οποίος δεν αναμειγνύονταν καθόλου στις πολιτικές συζητήσεις, αλλά παρίστατο για να αγιάσει την εκλογή. Από την εκκλησία δεν τους ξεκλειδώνανε εάν δεν εξέλεγαν τους καινούριους δημογέροντες. Έπειτα μαζεύονταν όλος ο λαός και αφού κάνανε «μονοκκλησιά», οι παλιοί δημογέροντες δίνανε την σφραγίδα του νησιού, που είχε την εικόνα της Παναγιάς, στους νέους. Η σφραγίδα αυτή ήταν χωρισμένη σε τέσσερα μέρη και ο κάθε δημογέροντας κράταγε από ένα. Δεν μπορούσαν, λοιπόν, να πάρουν απόφαση αν δεν μαζεύονταν και οι τέσσερις για να την σφραγίσουν. Καθώς στο νησί δεν υπήρχε τούρκικη διοίκηση, οι δημογέροντες ήταν η κυβέρνηση του. Μια κυβέρνηση, όμως, με περιορισμένα δικαιώματα. Λύνανε τις διαφορές σύμφωνα με τα έθιμα, όμως τα εγκλήματα δεν δικάζονταν από αυτούς αλλά από την συνέλευση του λαού. Αλλά και για κάθε άλλο τρανό περιστατικό δεν κάνανε του κεφαλιού τους αλλά ζητούσαν την γνώμη και την έγκριση του λαού. Όπως τις χαλεπές μέρες του 1824, όταν πλησίαζε απειλητικά το νησί η αρμάδα του Χοσρέφ. Την Κυριακή 8 Ιούνη του 1824 κάλεσαν τον λαό στην εκκλησία του Αϊ-Νικόλα να πάρουνε μία απόφαση πως θα αντιμετωπίσουνε αυτόν τον κίνδυνο. Ούτε Γενικά Επιτελεία, ούτε κεκλεισμένων των θυρών. Πολέμαρχοι όλοι τους, μπαρουτοκαπνισμένοι, που ανασαίνανε τον πόλεμο και τον θάνατο  στον βράχο τους επάνω, και σ’ όλο το Αιγαίο, που αλωνίζανε με τα πλεούμενα τους. Στην κρίσιμη εκείνη συγκέντρωση καλέσανε και τους πρόσφυγες να πούνε την γνώμη τους. Στο νησί τότε ζούσανε δεκαπέντε έως τριάντα χιλιάδες άνθρωποι, σύμφωνα με διάφορες πηγές. Απ’ αυτούς οι έξι χιλιάδες ήτανε Ψαριανοί, και οι άλλοι πρόσφυγες, ξεριζωμένοι από την Χίο, το Αϊβαλί, τα Μοσχονήσια, άλλα μέρη της Ανατολής και χίλιοι Λιάπηδες. Οι πρόσφυγες όχι μόνο είπανε την γνώμη τους, αλλά κατάφεραν να πείσουν και πολλούς Ψαριανούς που τάχθηκαν με το μέρος τους. Άμεση δημοκρατία, δηλαδή, με την Τούρκικη αρμάδα προ των πυλών, και τις Γαλλικές κορβέτες να κάνουνε τον γύρο του νησιού και να «βολίζουνε τα νερά». 




Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Τελεσίγραφα Ευρωπαίων. Τότε και τώρα.


Ήταν το τρίτο έτος της Επανάστασης. Και τα Ψαριανά καράβια κυνηγάγανε τα Τούρκικα ίσαμε τον κόλπο της Σμύρ­νης και τα κάνανε μεγάλη ζημιά. Έλα, όμως, που με την δράση τους αυτή βλάφτανε το εμπόριο των Ευρωπαίων, οι οποίοι είχαν πολλά συμφέροντα στην Σμύρνη, συμφέροντα τα οποία θίγονταν από την δράση του Ελληνικού στόλου, που τους έβαζε σε κίνδυνο, έξοδα και μπελάδες, αφού από την μια οι Τούρκοι τους κατηγορούσαν πως δεν κάνουνε τίποτε για να μποδίσουνε τους χαΐνηδες και από την άλλη τ’ ασφάλιστρα για την Σμύρνη υψώθηκαν στις Λό­ντρες και στα Παρίσια, ανεβάζοντας έτσι και το κόστος της πραμάτειας. Έτσι στις 12 Δεκεμβρίου 1823 οι πρόξενοι της Σμύρνης στείλανε γράμμα στους πρόκριτους των Ψαρών. Σ’ αυτό παρακαλούσαν και απαιτούσαν να εκδώσουν (οι πρόκριτοι των Ψαριανών) προσταγή εις όλα τα πλοία και εις τους στόλους των, και εις τους καταδρομείς των, ώστε ν’ απέχωνται εις το εξής από πάσαν εχθρικήν εκστρατείαν εις τον κόλπον της Σμύρνης, της  μεγάλης ταύτης α­ποθήκης εμπορίου της Ευρώπης και της Ασίας... Διότι διαφορετικά ως προξενούντες (oι ´Ελληνες) εις αυτούς (τους Ευρωπαίους) εκ πλαγίου τόσα δεινά, θέλουν επισύρει κατά της κεφαλής των την εκδίκησιν των ισχυροτέρων της Ευρώπης δυνάμεων. Και για να εμπεδώσουν καλύτερα οι Ψαριανοί τις απειλές τους, επαναλάμβαιναν στην επιστολή τους: «...τα ευρωπαϊκά έθνη τα α­ποκατεστημένα εις τούτον τον λιμένα, έχουν περί πολλού το εμπόριον των και την ασφάλειαν αυτού. ότι πάσα εντός του κόλπου επιχείρησις δια την οποίαν το εμπόριον τούτο ήθελε κινδυνεύσει, θέλει διεγείρει την οργήν αυτών, και τ’ άλ­λα πρόσωπα όσα έχουν ισχύν μεταξύ σας και εις τα πλοία σας, θέλουν δώσει λόγον όλων των κακών, τα οποία εκ τούτου θέλουν πηγάσει...» Παλλικαράδες δηλαδή oι φίλοι μας οι Ευρωπαίοι απέναντι στους ξυπόλυτους Γραικούς, που πολεμούσαν για την λευτεριά τους (παλιά μου τέχνη κόσκινο). Και απέναντι στους Τούρκους; Εκεί εκφράζουν αδυναμία και φόβο μήπως η οργή των Τούρκων για τα παθήματά τους στην θάλασσα στραφεί κατά των Ευρωπαίων των κατοικούντων εις τα ενδότερα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (θαρρείς και οι Ευρωπαίοι είναι Αρμένιοι και Πόντιοι για να τους σφάζουνε σαν τα κο­τόπουλα οι Τούρκοι χωρίς καμμία τιμωρία).
Οι Ψαριανοί βρέθηκαν όπως ήταν επόμενο, ανάμεσα στην Σκύλα και στην Χάρυβδη, που λένε. Από την μια οι Τούρκοι, με τους οποίους βρίσκονταν σε πόλεμο, και από την άλλη οι (όχι τότε εταίροι μας) Ευρωπαίοι, που τους φοβέριζαν.
Δεν πρέπει όμως να το σκεφτήκανε πολύ. Γιατί τέσσερις μέρες αργότε­ρα, στις 16 Δεκεμβρίου 1823, τους στείλανε την απάντησή τους.
Αφού κάνουν στην εισαγωγή τους μια ανακεφαλαίωση των σπουδαιότε­ρων σημείων της επιστολής των προξένων, συνεχίζουν:   
«...Ευχής έργον ήτο να εδυνάμεθα να εκτελέσωμεν απαραμοιώτως όσα απαιτείτε από ημάς, αλλά τα προς την πατρίδα και προς τον πόλεμον χρέη μας, ομοίως και αι διαταγαί της Ελληνικής Διοικήσεως, εμποδίζουνε την εκ­πλήρωσιν της επιθυμίας μας και βιαζόμεθα να σας είπωμεν, ότι κατά τα δι­καιώματα του πολέμου, δεν θέλομεν λείψει να διώκωμεν τον εχθρόν εις όλα τα παράλια της επικρατείας του. αν δε εκ τούτου οι εχθροί διεγείρωνται και κατά των υπηκόων των, και κατά των υπηκόων σας χριστιανών, τούτο είναι αποτέλεσμα αντικείμενον εις τα δικαιώματα της ανθρωπότητος, και τους ιερούς νόμους ευνομουμένης Ευρώπης (πάρτε κι ένα μάθημα περί διεθνούς δικαίου από τους ξυπόλυτους κ.κ. Ευρωπαίοι), ήτις ημπορεί να υπερασπισθή δυνάμει των όπλων την ασφάλειαν όλων κοινώς των  χριστιανών. Διο και είμεθα πεπεισμένοι, ότι και θέλει ενεργήσει τα όσα δύναται, χωρίς να απαιτή από ημάς εγγύησιν των ζημιών των προξενουμένων από την οθωμανικήν αταξίαν και βαρβαρότητα. Μην αμφιβάλλετε ότι οι πατριώται μας σεβόμενοι το όνομα Ευρωπαίοι δεν ήθελον ενοχλεί την οθωμανικήν επικράτειαν, αν έ­βλεπον εξηπλωμένας εις τας θάλασσας της ρηθείσης επικρατείας μόνας τας ευρωπαϊκάς σεβαστάς σημαίας, χωρίς ύπαρξιν οθωμανικών, αλλά γνωρίζο­ντες την επικράτειαν οθωμανικήν και όντες εις πόλεμον τριετή κατά της οθω­μανικής δυναστείας, δεν θέλουν λείψει να βάλωσιν εις πράξιν κατά του εχ­θρού, όσα δύνανται. Αν δε οι Οθωμανοί δεν θέλουσι να ενοχλώνται, ας απο­φασίσωσι να πληρώνωσι προς την νήσον μας, και γενικώς προς το Εθνος, φόρον ανάλογον των όσων ζημιών δοκιμάζουν και θέλουν δοκιμάσει και εις το εξής, Θεού θέλοντος, και τότε ας μείνωσιν ήσυχοι, ότι δεν θέλομεν ενοχλεί τα εις τα παράλια της Σμύρνης εμπορικά πλοία των».
Ζητούσαν δηλαδή oι Ψαριανοί, ούτε λίγο ούτε πολύ, να γίνει φόρου υποτελής σ’ αυτούς μια ολόκληρη αυτοκρατορία, με την οποία βρίσκονταν ήδη σε εμπόλεμη κατάσταση!!!
Τέτοια περήφανη απάντηση και τέτοια γενναία στάση κρατήσανε οι πρό­κριτοι του μικρού νησιού, που δεν ήταν μεγαλύτερο από μια κουκίδα στον χάρτη του ντοβλετιού. Κάτι σαν την μικρή Ελλάδα στον χάρτη της παγκοσμιοποίησης. Μόνο που τώρα…

ΠΗΓΗ. Δημήτρης Φωτιάδης. Κανάρης. Εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα, 1988.

Σάββατο 27 Ιουνίου 2015

Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος.


Μέρος Β΄

Τελικές παρατηρήσεις. Οι περί θρησκείας αντιλήψεις του Ξενοφάνη, τις οποίες διεξοδικά παρουσιάσαμε στην προηγούμενη ενότητα του Α΄ Μέρους (Η θεολογία του Ξενοφάνη), δεν ήταν παρά αντικαθρέφτισμα σε θρησκευτικό επίπεδο του γενικώτερου φιλοσοφικού προσανατολισμού του Κολοφώνιου στοχαστή. Όπως ήδη έχουμε πει, ο Ξενοφάνης είχε γαλουχηθεί με το πνεύμα και τις αντιλήψεις της Υλοζωϊστικής Σχολής της Μιλήτου. Δεν ήταν, λοιπόν, περίεργο που ταύτιζε τον θεό με την φύση. και φυσικά ο θεός αυτός θα έπρεπε να είναι ένας και μόνος, ο μέγιστος όλων, αφού μία και μόνη είναι και η Φύση. «Το γαρ εν τούτο και παν τον θεόν έλεγε Ξενοφάνης»  (Θεοφράστου Φυσ. δόξ., 5 Diels, Dox. Gr., 480). Συνεπώς ο Ξενοφάνης ήταν πανθεϊστής, έχοντας προηγηθεί κατά πολλούς αιώνες του Σπινόζα και άλλων παρόμοιων στοχαστών.
Οι θρησκευτικές αντιλήψεις του Ξενοφάνη στο σύνολό τους ήταν απολύτως αντίθετες με τις κατεστημένες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Μυαλό ανοικτό, φιλοσοφημένο, έχοντας εμπλουτισθεί με εμπειρίες από τις περιπλανήσεις του σε τόσα πολλά μέρη, που είχε επισκεφθεί και ζήσει, δεν μπορούσε να ανεχτεί την αμάθεια και τα τερτίπια των ιερέων και κυρίως των Ορφικών και των Πυθαγορείων. Εκφράζοντας το πνεύμα και τις νέες ιδέες της ανερχόμενης τάξης των εμπόρων, βιοτεχνών, ναυτικών (καραβοκυραίων), οι οποίοι με ορμή έμπαιναν στο προσκήνιο της ιστορίας κάνοντας πέρα την τάξη των μεγαλογαιοκτημόνων, ήρθε σε σύγκρουση με τις παλιές καθιερωμένες αξίες και παραδόσεις, όπως τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Οι μύθοι, από ιερά ιστορία που ήταν πριν, έγιναν παραμύθια. Η παλιά θεολογία για τα φωτισμένα μυαλά των πρωτοπόρων διανοητών και για σημαντική μερίδα της νέας τάξης δεν ικανοποιούσε. Έτσι, αντικατέστησε τις παλιές θρησκευτικές δοξασίες με φρέσκιες ιδέες, οι οποίες συνηχούσαν με τις απαιτήσεις και τις ανάγκες της εποχής του, εποχής ανόδου της νέας κοινωνικής τάξης.
Ο υλισμός του Ξενοφάνη φαίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο ερμήνευε τα ουράνια φαινόμενα: «Τους επί των πλοίων φαινομένους οίον αστέρας, ους και Διοσκούρους καλούσι τινες, νεφέλια είναι κατά την ποιάν κίνησιν παραλάμποντα» (Ψ/Πλούταρχ., Περ. αρ. φιλ., 899d). Έχοντας ένα τέτοιο ιδεολογικό υπόβαθρο, πολέμησε ανυποχώρητα όσους ασκούσαν ή πίστευαν στην μαντική και στις κάθε τέτοιου είδους αγυρτείες. Ο Αέτιος, ο οποίος είχε διαβάσει το «Περί φύσεως» έργο του, το οποίο δεν σώζεται, μας δίνει κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις για την τέτοια στάση του Ίωνα φιλόσοφου. Φυσικά από τα πυρά του δεν γλύτωσαν ο Πυθαγόρας, και οι Πυθαγόρειοι γενικώτερα, και όχι αδικαιολόγητα, όπως ήδη έχουμε γράψει και ξανατονίζουμε (βλ. «Πυθαγόρας ο Σάμιος:  ο μυστικιστής», Οκτώβριος 2013). Όντας προικισμένος με δυνατή σατιρική φλέβα, σ’ ένα σατιρικό του ποίημα τους κορόιδευε έτσι: «Λένε πως αυτός (ο Πυθαγόρας), προσπερνώντας κάποτε κάποιον που χτυπούσε ένα σκυλί, συμπόνεσε και τέτοιο λόγο είπε: - Πάψε και μην το χτυπάς, γιατί είναι η ψυχή ενός αγαπημένου ανθρώπου, που την αναγνώρισα ακούοντας το γαύγισμά του» (Απ. 7). Για ένα φωτισμένο μυαλό σαν του Ξενοφάνη, το δόγμα της μετεμψύχωσης του φαινόταν μία απίστευτη ανοησία.
Συνεπής στις αρχές του ο Ξενοφάνης και στα κοινωνικά ζητήματα στάθηκε συμπαραστάτης των λαϊκών στρωμάτων και της δημοκρατίας. Σ’ αντίθεση με τον Ηράκλειτο, ο οποίος παρά το ότι κληροδότησε στην ανθρωπότητα ανεκτίμητα διαχρονικά φιλοσοφικά διαμάντια προοδευτικότητας, σ’ αυτά τα συγκεριμένα ζητήματα, παρασυρμένος προφανώς από την αριστοκρατική καταγωγή του αλλά και από την γενικώτερη φιλοσοφική του διάθεση, πρέσβευε πως δεν μπορεί να υπάρξει ισότητα στον κόσμο, γιατί όλα τα όντα στην φύση, επομένως και στην κοινωνία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία ενότητα από αντιθέσεις, άρα η ισότητα και η ομοιογένεια σημαίνουν ανυπαρξία κίνησης και σε τελική ανάλυση νέκρα, σ’ αντίθεση, λοιπόν, με τον Ηράκλειτο ο Ξενοφάνης υποστήριζε την ισότητα, την ενότητα και την ομοιογένεια, που ήταν και οι βασικές αρχές της διδασκαλίας του και της κοσμοθεωρίας του. Μία ουσία υπάρχει σ΄ όλη την πλάση, το Είναι είναι ένα, Έν το Παν, και απ’ αυτήν την πρωταρχική, την θεμελιώδη συστατική ουσία είναι φτιαγμένα όλα τα πράγματα στον κόσμο όλο. Εάν εμείς τα βλέπουμε να είναι διαφορετικά το ένα από το άλλο, αυτό οφείλεται στην ατέλεια των αισθήσεών μας, οι οποίες μας ξεγελούν. Για τον Ξενοφάνη δεν υπάρχουν εξωκοσμικές, υπερφυσικές δυνάμεις που κυβερνούν το Σύμπαν. Όπως όλα τα όντα, έτσι και ο άνθρωπος, δεν είναι τίποτε άλλο παρά προϊόν της κοσμικής ύλης, δημιούργημα της φύσης:
«Εκ γαίης γαρ πάντα και εις γην πάντα τελευτά, γη και ύδωρ πάνθ’ όσα γίνονται ηδέ φύονται» (απόσπ. 27, 29).
«Πάντες γαρ γαίης τε και ύδατος εκγενόμεθα» (απόσπ. 33).
Κι αφού δεν υπάρχουν εξωκοσμικές υπερφυσικές δυνάμεις τότε ό,τι πετυχαίνει ο άνθρωπος είναι δημιούργημα δικό του, και όχι δώρα των θεών. Η φωτιά, η γεωργία, η αμπελουργία και γενικά η ανάπτυξη της τεχνικής είναι έργα του πνευματικού και σωματικού μόχθου των ανθρώπων. Γι’ αυτό οι άνθρωποι πρέπει σ΄ όλη τους την ζωή να πασχίζουν να κατακτήσουν την γνώση και να προχωρήσουν παραπέρα την τεχνολογία (απόσπ. 18).
Δυστυχώς δεν έχουν σωθεί τα έργα του Ξενοφάνη, ώστε να μπορούμε να γνωρίζουμε περισσότερα για τις σκέψεις, τις κρίσεις, τις αντιλήψεις του. Ό,τι γνωρίζουμε το γνωρίζουμε από τον Ψ/Πλούταρχο (Αέτιος), στο έργο του «Περί αρεσκόντων τοις φιλοσόφοις», και από τον Στοβαίο στις «Εκλογές» του. Από την μελέτη των κειμένων αυτών αναδύεται η φυσιογνωμία ενός βαθυστόχαστου διανοητή, ενός καθολικού και φωτισμένου μυαλού, ενός από τα πολλά άξια τέκνα που γέννησε η ιερή γη της Ιωνίας, η μήτρα αυτή του Ελληνικού Πολιτισμού.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
1) Ο λυρικός ποιητής Μίμνερμος, ο επιλεγόμενος και πατέρας της ερωτικής ελεγείας (έλεγος=θρήνος), κατάγονταν επίσης από την Κολοφώνα.
2) Η κατάκτηση της Ιωνίας από τους Πέρσες (546 π.Χ.) είχε σαν αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε μαρασμό οι άλλοτε ανθούσες πολιτείες της. Καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, ποιητές, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών γενικώς, εγκατέλειπαν μαζικά τις πατρίδες τους μη αντέχοντας τον ασιατικό δεσποτισμό και σκοταδισμό. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς εγκαθίσταντο στις Ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας. Μπολιασμένες με την πνευματική αφρόκρεμα της Ιωνικής γης οι περιοχές αυτές γνώρισαν πρωτοφανή πνευματική και καλλιτεχνική ανάπτυξη. Πολλές φιλοσοφικές σχολές ιδρύθηκαν, με πιο ξακουστή αυτήν της Ελέας. Ταυτόχρονα παρατηρήθηκε μετατόπιση του επίκεντρου του ενδιαφέροντος της φιλοσοφικής σκέψης. Οι πρώτοι μεγάλοι στοχαστές της Ιωνίας είχαν θέσει το ερώτημα ποια ήταν η πρώτη, η αρχική ύλη από την οποία είναι κατασκευασμένος ο κόσμος. Για τον Θαλή ήταν το νερό, για τον Αναξίμανδρο το άπειρον, για τον Αναξιμένη ο αέρας, για τον Ηράκλειτο το (αείζωον) πυρ. Το επόμενο ερώτημα ήταν πώς από ένα στοιχείο, πώς από αυτήν την αρχική ύλη, έγιναν τα τόσα πολλά πράγματα που βλέπουμε γύρω μας και που απαρτίζουν τον κόσμο μας. Το νέο δηλαδή πρόβλημα που απασχολούσε τους φιλοσόφους ήταν η σχέση του Είναι και του Γίγνεσθαι. Αφ’ ης στιγμής, όμως, τέθηκε το πρόβλημα αυτό, παρουσιάστηκε και ένα άλλο ζήτημα, το ζήτημα της μεταβολής των όντων και μαζί μ’ αυτό το γνωσιολογικό πρόβλημα: Μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει την εσώτερη ουσία των μεταβολών κι ακόμη την αντικειμενική πραγματικότητα, αυτό που υπάρχει, το όντως ον; (Γ. Κορδάτος. Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας). Στα ερωτήματα αυτά, τα οποία και σήμερα απασχολούν τους φιλόσοφους και γενικώτερα τους σκεπτόμενους ανθρώπους, οι Έλληνες στοχαστές έδωσαν τις δικές τους απαντήσεις. Απαντήσεις, τις οποίες δεν μπόρεσε να ξεπεράσει η σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη παρά τις προόδους που σημειώθηκαν στις επιστήμες και στην τεχνολογία.
3) «Το γένος των Ελεατών, που ξεκίνησε από τον Ξενοφάνη και απ’ ακόμα πιο ψηλά, δεν βλέπει σ’ αυτό που ονομάζουμε Όλον παρά μόνον ενότητα» (Πλάτων, Σοφιστής 242). Ο Αριστοτέλης, επίσης, θεωρεί τον Ξενοφάνη ως τον παλαιότερο από τους οπαδούς της ενότητας, καθώς και δάσκαλο του Παρμενίδη. (Μετά τα  Φυσικά, 1, 986 Β 21).
4) Δεν κάνει εντύπωση που ο Ξενοφάνης δεν ξεχωρίζει τους θεούς από τους ανθρώπους. Για τους Έλληνες θεοί τιμωροί, θεοί μπαμπούλες δεν υπήρχαν. Οι θεοί, προσωποποιημένες δυνάμεις της φύσης, και οι άνθρωποι, δημιουργήματα της φύσης, ήταν ίσοι μεταξύ τους. Με την διαφορά ότι οι θεοί ήταν αθάνατοι. Έτσι οι θνητοί μπορούσαν να μαλώνουν, να βρίζουν, να λογομαχούν, ακόμη και να μονομαχούν με τους θεούς. Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα έκδηλο στην πρώιμη Ελληνική περίοδο, κυρίως στα έργα του Όμηρου.

ΠΗΓΕΣ.
Ευάγγελος Ν. Ρούσσος. Η πρώιμη Ελληνική κριτική της θρησκείας. Ουτοπία, τ.109, 2015: 177-184.
Γιάνης Κορδάτος. Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας. Εκδ. Μπουκουμάνη, 1972, Αθήνα.

Σύνδεσμοι: 

Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος. Μέρος Α΄.


Εισαγωγή.Ο Ξενοφάνης γεννήθηκε ανάμεσα στα 575-570 π.Χ. στην πόλη Κολοφώνα της Ιωνίας, μία πόλη πανάρχαια (κτίστηκε τον 11ο π.Χ. αιώνα), ανάμεσα στην Έφεσσο και στην Λέβεδο, Β.Α. της Σάμου(1). Σε ηλικία 25 ετών αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κολοφώνα, η οποία, όπως και η υπόλοιπη Ιωνία, είχε καταληφθεί από τους Πέρσες (2). Περιπλανήθηκε σε διάφορες πόλεις της κυρίως Ελλάδος και της εγγύς Μεσογείου και τελικά κατέληξε στην Ελέα της Κάτω Ιταλίας, όπου και εγκαταστάθηκε. Στις μακροχρόνιες αυτές περιπλανήσεις του προκειμένου να βγάζει τα προς το ζην έκανε τον πλανόδιο ραψωδό. Η διαμονή του σε τόσα πολλά και διαφορετικά μέρη του έδωσε την δυνατότητα να εμπλουτίσει τις εμπειρίες του, καθώς του επέτρεψε να γνωρίσει ανθρώπους ποικίλων αντιλήψεων, να δει πράγματα διαφορετικά από όσα έβλεπε στην γενέτειρά του, να μελετήσει τα ήθη και τα έθιμα των πόλεων που τον φιλοξενούσαν. Αρχαίες πηγές (Διογένης, ΙΧ, 18) τον αναφέρουν σαν αυτοδίδακτο. Το πιο πιθανό, όμως, είναι ότι θα είχε σπουδάσει την φιλοσοφία από τους μεγάλους δασκάλους της Μιλήτου, και έτσι όταν ξενιτεύτηκε θα ήταν ήδη ένας διαμορφωμένος στοχαστής. Όταν εγκαταστάθηκε στην Ελέα έγραψε σε στίχους την «Κολοφώνος κτίσιν», στην οποία εξιστορούσε την ακμή και την παρακμή της πατρίδας του. Στην συνέχεια έγραψε, πάλι σε στίχους, την ιστορία της Ελέας: «Ο εις Ελέαν της Ιταλίας αποικισμός». Έγραψε επίσης ελεγείες (μελαγχολικά τραγούδια που τα συνόδευε πάντοτε αυλός) και σίλλους (πειρακτικά ποιήματα – σάτιρες). Σε ώριμη ηλικία έγραψε το «Περί φύσεως» σύγγραμμα του, στο οποίο ανέπτυσσε την κοσμοθεωρία του. Από τους αρχαίους και τους σύγχρονους θεωρείται ιδρυτής ή σε κάθε περίπτωση πρόδρομος της Σχολής της Ελέας (3).
Η θεολογία του Ξενοφάνη. Στην ενότητα αυτή, στηριζόμενοι στα διασωθέντα αποφθέγματα του, θα παρουσιάσουμε και θα σχολιάσουμε τις περί θρησκείας αντιλήψεις του Ξενοφάνη. Αντιλήψεις, οι οποίες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δοθέντος ότι σχεδόν στο σύνολο τους βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις κρατούσες θρησκευτικές πεποιθήσεις της εποχής του, δίδοντας μας την δυνατότητα να σχηματίσουμε μία εικόνα για τις αντιρρήσεις και την κριτική που άσκησαν στην θρησκεία πρωτοπόροι διανοητές του καιρού εκείνου.
1) Αλλ’ οι βροτοί δοκέουσι γεννάσθαι θεούς, την σφετέρην δ’ εσθήτα έχειν φωνήν τε δέμας τε. (14).
Όμως οι θνητοί νομίζουν πως οι θεοί γεννιούνται και πως έχουν το δικό τους ρούχο, λόγο και κορμί.
Σχόλιο: Για τους Έλληνες ναι μεν οι θεοί ήσαν αθάνατοι, όχι όμως και αγέννητοι. Για την γέννηση των θεών είχαν πλασθεί διάφοροι μύθοι. Η θεογονία του Ησιόδου θεωρείται ως ένας από τους ομορφότερους τέτοιους μύθους. Όμως, πέρα από την ομορφιά της, όπως έχουμε ήδη επισημάνει (βλ. «Ησιόδου θεογονία: μία άλλη οπτική, Μάρτιος 2014), η Ησιοδική θεογονία εμπεριέχει την διαλεκτική σχέση παλαιάς-νέας θρησκείας, υπό την έννοια της Αριστοτελικής διαλεκτικής του δυνάμει-ενεργεία, πολλά χρόνια πριν διατυπώσει την σχέση αυτή ο Σταγειρίτης φιλόσοφος.
Ο Ξενοφάνης απορρίπτει την ησιοδική περί γενέσεως των θεών εκδοχή, θεωρώντας ότι οι θεοί δεν γεννήθηκαν, δεν μπορούν να γεννηθούν, γιατί οι θεοί υπήρχαν πάντοτε, ήσαν αεί, όπως αεί ήν και ο Κόσμος κατά την γνωστή ηρακλείτεια ρήση. Η επίδραση του Υλοζωϊσμού της Μιλήτου είναι προφανής. Οι θεοί, προσωποποιημένες δυνάμεις της Φύσης, υπάρχουν από ανέκαθεν, όπως ακριβώς και η φύση υπάρχει από ανέκαθεν. Συνεπώς, είναι αγέννητοι, όπως αγέννητος είναι ο Κόσμος μας, όπως αγέννητο είναι το Σύμπαν. Το μόνο που μπορούμε να πούμε για το Σύμπαν είναι ότι υπάρχει. Το μόνο που μπορούμε να πούμε για τους θεούς είναι ότι υπάρχουν. Αυτό κάνει και ο Ξενοφάνης.
Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι για τους Έλληνες δημιουργία εκ του μηδενός και θεός δημιουργός των πάντων ήσαν πράγματα αδιανόητα. Στο απόσπασμα αυτό παρατηρούμε, επίσης, ότι γίνεται ένας πρώτος έλεγχος της ανθρωπομορφικής παράστασης των θεών («… την σφετέραν δ’ εσθήτα έχειν φωνήν τε δέμας τε»), ένας έλεγχος, ο οποίος γίνεται αυστηρώτερος και καυστικώτερος σε επόμενα αποσπάσματα.
2) Πάντα θεοίσ’ ανέθηκαν Όμηρος δι’ Ησίοδος τε όσσα παρ’ ανθρώποισιν ονείδεα και λόγος εστίν, κλέπτειν μοιχεύειν και αλλήλους απατεύειν. (11).
Στους θεούς έχουν προσάψει Όμηρος και Ησίοδος όσα είναι στους ανθρώπους και ντροπή και όνειδος, να μοιχεύουν και να κλέβουν και ο ένας τον άλλον να απατούν.
Σχόλιο: Οι θεοί είναι τέλεια όντα. Συνεπώς δεν μπορούν να έχουν τις κακίες, τα στραβά και τα ανάποδα των θνητών. Απ’ αυτήν την άποψη, όχι αδικαιολόγητα, ο Ξενοφάνης τα βάζει με τα δυο ιερά τέρατα του Ελληνισμού, τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Ο Ξενοφάνης, όμως, δεν ήταν ο μόνος που επέκρινε αυτούς τους δυο μεγάλους άνδρες. Ο Ηράκλειτος, ο οποίος δεν μασούσε τα λόγια του, ειρωνεύεται τον Όμηρο, για τον οποίο λέγει: «Ος εγένετο των Ελλήνων σοφώτερος πάντων» (21). Και συνεχίζει ακάθεκτος ο σοφός της Εφέσσου με τον Ησίοδο: «Πολυμαθίη νόον ου διδάσκει. Ησίοδον γαρ αν εδίδαξε» (16). («Η πολυμάθεια δεν φωτίζει τον νου των ανθρώπων . αν ήταν έτσι, θα είχε φωτίσει τον νου του Ησίοδου»). Ο Ηράκλειτος, όπως έχουμε δει στο άρθρο «Πυθαγόρας ο Σάμιος: ο μυστικιστής» (Οκτώβριος 2013), στολίζει ανάλογα και τον Πυθαγόρα. Και δεν έχει καθόλου άδικο, όπως εξηγούμε στο παραπάνω άρθρο, στο οποίο και αποκαλύπτουμε τον πραγματικό Πυθαγόρα, και όχι αυτόν που μας πλασσάρουν σαν φιλόσοφο και επιστήμονα.
3) Αλλ’ ει χείρας έχον βόες ηέ λέοντες ή γράψαι χείρεσσι και έργα τελείν άπερ άνδρες, ίπποι μεν θ’ ίπποισι, βόες δε τε βουσίν ομοίας και <κε> θεών ιδέας έγραφον και σώματ’ εποίουν τοιαύθ’, οίον περ καυτοί δέμας είχον έκαστοι. (15).
Αλλά εάν χέρια είχαν τα βόδια, τα λιοντάρια, τα άλογα και ζωγράφιζαν και έκαναν έργα όπως οι άνθρωποι, τα άλογα με αλόγων όμοιες και τα βόδια με βοδιών τις μορφές θα ιστορούσαν τα των θεών, και τα κορμιά κάθε ζώο θα παρίστανε όπως είναι το σώμα του.
4) Αιθίοπές τε θεούς σφετέρους σιμούς μέλανάς τε θρήικές τε γλαυκούς και πυρρούς φασί πέλεσθαι. (16).
Οι Αιθίοπες νοιώθουν πως οι θεοί τους είναι μελαψοί, και οι Θρακιώτες πως είναι ξανθοί και γαλανομάτηδες.
Σχόλιο: Στα αποσπάσματα αυτά ο Ξενοφάνης με τρόπο έξυπνο και πρωτότυπο σαρκάζει την τάση των ανθρώπων να θέλουν να παραστήσουν το θείο, να φαντασθούν πως είναι οι θεοί, με αποτέλεσμα να καταλήγουν σε ζωομορφικές ή ανθρωπομορφικές παραστάσεις, ανάλογες με τα δικά τους φυσιογνωμικά όσο και εθνολογικά χαρακτηριστικά. Προηγήθηκε έτσι ο Ξενοφάνης κατά μερικούς αιώνες του Ludwig Feuerbach, που είπε το γνωστό: «κάθε ιδέα για τον θεό ή το θείο είναι ανθρωπομορφισμός». Ακόμη και όταν το θείο νοείται ως Πνεύμα (ο,τιδήποτε κι αν σημαίνει αυτό), πάλι ο ανθρωπομορφισμός είναι αναπόφευκτος: η ουράνια οικογένεια (του ιουδαιοχριστιανισμού) είναι ένα ακριβές αντίγραφο της επίγειας πατριαρχικής (το πάλαι ποτέ) οικογένειας.
Πώς, όμως, αντιλαμβάνεται το θείον ο Ξενοφάνης; Αυτό μας το εξηγεί στα επόμενα αποσπάσματα.
5) Είς θεός εν τε θεοίσι και ανθρώποισι μέγιστος, ούτι δέμας θνητοίσι ομοίιος ουδέ νόημα. (23).
Ένας σε θεούς και ανθρώπους είναι ο μέγιστος θεός, και ούτε με θνητούς στο σώμα όμοιος είναι ούτε στον νου.
Σχόλιο: Το απόσπασμα αυτό, όπως και τα επόμενα (24, 25, 26) εμπεριέχουν την Ξενοφανική έννοια του θεού: Ανάμεσα σ’ όλους τους θεούς και τους ανθρώπους (4) ένας μόνο θεός είναι ο μέγιστος. Ο θεός αυτός, ανώνυμος, επομένως όχι κάποιος από τους λατρευόμενους γνωστούς και επώνυμους θεούς, δεν μοιάζει καθόλου με τους θνητούς ούτε στο σώμα ούτε στο πνεύμα, δεν λειτουργεί με αισθητήρια όργανα αλλά με το σύνολο της ουσίας του, και κινεί το σύμπαν με μόνη την πνευματική του ενέργεια, ενώ ο ίδιος παραμένει μόνιμα αμετακίνητος. Η μοναδικότητα αυτού του θεού (εἷς) συνάδει με την ενιαία υλοζωϊστική ουσία, την πρωταρχική και ενιαία ουσία του σύμπαντος, νοητή ως δομικό υλικό του, σύμφωνα με το πνεύμα και τις αντιλήψεις της Υλοζωϊστικής Σχολής της Ιωνίας. Συνεπώς μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο ξενοφανικός θεός ταυτίζεται με τον σύμπαντα κόσμο, ο οποίος είναι αγέννητος, άφθαρτος, άχρονος, αιώνιος. Το απρόσωπο της υλοζωϊστικής ουσίας επιτρέπει την αποφυγή ανθρωπομορφικών και ζωομορφικών παραστάσεων του θείου. Έτσι ο Ξενοφάνης αποδεικνύεται συνεπής προς τις προηγούμενα εκτεθείσες θέσεις του όσον αφορά στον τρόπο αντίληψης των θεών από τους ανθρώπους.
Και οι υπόλοιποι θεοί; Δεν είναι παρά εκφάνσεις, προεκτάσεις αυτού του μέγιστου θεού, οι οποίες εκδηλώνονται ως φυσικές δυνάμεις ή φυσικά φαινόμενα, στα οποία οι άνθρωποι δίνουν διάφορα ονόματα, όπως ακριβώς και στους πολυάριθμους και ποικιλώνυμους θεούς.
Το απόσπασμα αυτό έγινε αντικείμενο των μεγαλύτερων παρερμηνειών. Ο Ξενοφάνης εδώ δεν διακηρύσσει κανέναν μονοθεϊσμό, όπως θα ήθελαν θεολόγοι και θεολογίζοντες, πολύ δε περισσότερο την έλευση του Γιαχβέ. Ο μονοθεϊσμός ως ιδέα αναπτύχθηκε μερικούς αιώνες αργότερα, στα χρόνια της παρακμής, όταν διαμορφώθηκαν οι κατάλληλες αντικειμενικές συνθήκες, τις οποίες περιγράφουμε και αναλύουμε στο σχετικό άρθρο («Ρωμαϊκή αυτοκρατορία: οι θρησκείες στα χρόνια της παρακμής», Μάϊος 2014). Αντίθετα, μάλιστα, ο Ξενοφάνης κάνει επανειλημμένα λόγο για πολλούς θεούς, και τούτο είναι καταφανές σ΄ όλο του το έργο.


6) Ούλος ορά, ούλος δε νοεί, ούλος δε τ’ ακούει. (24).
Όλος βλέπει, όλος νοιώθει και ακούει ολόκληρος.
Σχόλιο: Ο μέγιστος αυτός θεός λαμβάνει αντίληψη της πραγματικότητας όχι με την βοήθεια αισθητηρίων οργάνων, αλλά με σύμπασα την ουσία του. Η οποία, ούτως ή άλλως, ως ενεργούσα και ως ενεργούμενη, αποτελεί αυτήν ταύτην την πραγματικότητα. Το απόσπασμα αυτό επιβεβαιώνει την περί του ξενοφανικού θεού θεώρηση, την οποία κάναμε στην προηγούμενη ενότητα. Εκείνο, όμως, που κάνει εντύπωση είναι το στοιχείο της υπέρβασης της αισθητηριακής εμπειρίας. Η αντίληψη αυτή αναπτύσσεται και στην επόμενη γενιά φιλοσόφων: «Κακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί και ώτα βαρβάρους ψυχάς εχόντων» (Ηράκλειτος). Θα ήταν, βέβαια, παράλειψη να μην αναφέρουμε την περίφημη ρήση του Επίχαρμου, η οποία έχει απολύτως επιβεβαιωθεί από την σύγχρονη επιστήμη: «Νους ορή και νους ακούει . τάλλα κωφά και τυφλά».
Τέθηκε, λοιπόν, το ερώτημα, το οποίο εξακολουθεί και απασχολεί και σήμερα, εάν και κατά πόσο τα αισθητήρια μας αποδίδουν πιστά την πραγματικότητα. Θα αποφύγουμε να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα τι είναι πραγματικότητα, ένα θέμα ακανθώδες, το οποίο απαιτεί μακρά συζήτηση, και στο οποίο ο καθένας δίνει απάντηση ανάλογα με την φιλοσοφική σκοπιά, από την οποία το εξετάζει. Εκείνο που μπορούμε εν προκειμένω να πούμε είναι ότι τα αισθητήρια μας είναι φτιαγμένα όπως είναι φτιαγμένα για να μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε σωστά και με ακρίβεια το άμεσο περιβάλλον, τον μακρόκοσμο, τον κόσμο μας, αυτό το συγκεκριμένο επίπεδο οργάνωσης της ύλης, μέσα στο οποίο κινούμαστε. Ένα ον, το οποίο θα μπορούσε να δει πέρα από το ορατό φως ή ακόμη και να διακρίνει μικροσκοπικά ή υπερμικροσκοπικά αντικείμενα και οντότητες, ή να ακούει υπερήχους ή υποήχους, ασφαλώς θα είχε μία διαφορετική αντίληψη της πραγματικότητας. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι η πραγματικότητα άλλαξε. Είναι αμφίβολο, όμως, εάν ένα τέτοιο ον θα μπορούσε να επιβιώσει στις δεδομένες γνωστές συνθήκες του κόσμου μας. Και η απόδειξη είναι ότι δεν υπάρχουν τέτοια όντα. Η Εξέλιξη έκανε επιλογή των συγκεκριμένων αισθητηρίων, με τα οποία είμαστε εφοδιασμένοι, και τα οποία ναι μεν είναι πεπερασμένων δυνατοτήτων όσον αφορά στην δυνατότητα αντίληψης του συνόλου της πραγματικότητας, δηλαδή και της εσώτερης ουσίας των πραγμάτων, πλην όμως τα αισθητήρια αυτά μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε με τρόπο απόλυτα αξιόπιστο αυτά που πρέπει να αντιλαμβανόμαστε, και έτσι να μπορούμε να ζούμε και να επιβιώνουμε με ασφάλεια, στον κόσμο μας. Επομένως οι αισθήσεις μας και μας εξαπατούν και δεν μας εξαπατούν. Μας υπηρετούν μέχρι εκεί που πρέπει, και μας «εξαπατούν» κρατώντας κρυφό το κατ’ αρχήν περιττό για την άμεση επιβίωσή μας. Συνεπώς απ’ αυτήν την άποψη ο Ξενοφάνης νομιμοποιείται να εγείρει θέμα εγκυρότητας της αισθητηριακής αντίληψης.
7) Αλλ’ απάνευθε πόνοιο νόου φρενί πάντα κραδαίνει. (25).
Και τα πάντα δίχως κόπο με τον νου του τα κινεί.
Σχόλιο: Αναγνωρίζεται η ισχύς του όντος, και εξαίρεται η υπεροχή του νου ως δύναμης που κινεί τον κόσμο. Η αντίληψη αυτή είναι ευρέως διαδεδομένη στην Ελληνική γραμματεία από τον Όμηρο (ο Δίας σείει τον Όλυμπο μ’ ένα του νεύμα, Ιλιάς Α 530) ως το κινούν ακίνητον του Αριστοτέλη.
8) Αιεί δ’ εν ταυτώ μίμνει κινούμενος ουδέν, ουδέ μετέρχεσθαί μιν επιτρέπει άλλοτε άλλη. (26).
Πάντα στον ίδιο τόπο μένει τέλεια ακίνητος, μια και ούτε του ταιριάζει να τριγυρνάει από ‘δω και από εκεί.
Σχόλιο: Άλλη μία καινοτομία του Ξενοφάνη. Η ιδέα της ακινησίας του θεού δεν βρίσκεται ούτε στην Ιωνική φιλοσοφία ούτε στην θεολογία του Ησίοδου. Ίσως ο Ξενοφάνης να εμπνεύστηκε αυτήν την ιδέα από την αντίληψη περί του ακίνητου της Γης. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μία σαφή διαφοροποίηση από τις θέσεις της Ιωνικής φιλοσοφίας, διαφοροποίηση η οποία στην συνέχεια θα πάρει την μορφή της αντίθεσης με τον Παρμενίδη, ο οποίος ωστόσο παρά την προσπάθεια του δεν μπόρεσε να απογαλακτισθεί ολοκληρωτικά από τον τρόπο σκέψης της Ιωνικής Σχολής.
9) Και το μεν ουν σαφές ου τις ανήρ ίδεν ουδέ τις έσται ειδώς αμφί θεών τε και άσσα λέγω περί πάντων. ει γαρ και τα μάλιστα τύχοι τετελεσμένον ειπών, αυτός όμως ουκ οίδε. δόκος δ’ επί πάσι τέτυκται. (34).
Την αλήθεια δεν την ξέρει και ούτε θα βρεθεί κανείς για θεούς που να ‘χει γνώση και για όσα λέγω τούτα. κι αν βρεθεί κανένας πάλι λόγο που να πει σωστό, όμως δεν το ξέρει ο ίδιος . σ’ όλα μέσα πλέκεται η γνώμη.
Σχόλιο: Στο απόσπασμα αυτό επισημαίνεται η δυσκολία ή και αδυναμία προσπέλασης του ανθρώπου στην αντικειμενική και αδιαμφισβήτητη γνώση. Η γνώση (σαφές) είναι προνόμιο των θεών. οι άνθρωποι μπορούν μόνον να δοκούν, να εικάζουν, να έχουν γνώμη (δόκος). Η απαισιόδοξη αυτή προοπτική αίρεται στο απόσπασμα 18: «Δεν φανέρωσαν στους θνητούς οι θεοί απ’ αρχής τα πάντα, μα το καλύτερο με τον καιρό ζητώντας βρίσκουν». Εκείνο, λοιπόν, που μας λέει ο Ξενοφάνης είναι ότι: Ναι μεν η ακριβής γνώση των πραγμάτων παρουσιάζει δυσκολίες, όμως ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να σταματήσει να ερευνά, να μελετά, να μαθαίνει, να κατακτά διαρκώς την γνώση. Η θέση αυτή είναι ταυτόσημη με την θέση της Ρεαλιστικής Σχολής, όσον αφορά την δυνατότητα γνώσης του κόσμου, σ’ αντίθεση με την θετικιστική Σχολή, που όπως είδαμε στα τελευταία άρθρα, θεωρεί την επιστήμη ως ένα απλό λογιστικό εργαλείο και τον κόσμο μη γνώσιμο. Από τα βάθη των αιώνων ο Ξενοφάνης τελικά στέλνει ένα μήνυμα αισιοδοξίας όσον αφορά στην πρόοδο της γνώσης και του πολιτισμού, ένα μήνυμα εμπιστοσύνης στις ανεξάντλητες δυνατότητες που έχει ο άνθρωπος.

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Αιτιοκρατία.

Αιτιοκρατία ή ντετερμινισμός ή καθορισμός είναι ο καθορισμός του αποτελέσματος από το ή τα αίτια του στις δεδομένες συνθήκες1. Ανάλογα με το επίπεδο οργάνωσης της ύλης ή τα φαινόμενα που εξετάζουμε, διακρίνουμε διάφορες μορφές αιτιοκρατίας. Την μηχανιστική ή Λαπλασιανή, η οποία χαρακτηρίζει τα μηχανικά φαινόμενα, την δυναμική αιτιοκρατία για τα ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα και την σχετικιστική θεωρία της βαρύτητας, καθώς και τις στατιστικές μορφές αιτιοκρατίας, τον κλασσικό και τον κβαντικό στατιστικό καθορισμό. Σύμφωνα με τον τελευταίο ο κόσμος του μικρού συνιστά μία πολυδύναμη, πολυσύνθετη πραγματικότητα δυνάμει καταστάσεων, οι οποίες πραγματώνονται, υποστασιοποιούνται, μετασχηματίζονται σε ενεργεία (απτές, πραγματικές) ανάλογα με τις εσωτερικές συνθήκες/αλληλεπιδράσεις του κβαντικού στατιστικού συνόλου, και ανάλογα με τις αλληλεπιδράσεις του κβαντικού συστήματος καθ’ εαυτού με τις εξωτερικές συνθήκες (περιβάλλον ή μετρητική συσκευή). Οι μετασχηματισμοί αυτοί είναι μη γραμμικοί, μη αντιστρεπτοί, μη στιγμιαίοι. Το αποτέλεσμα που θα λαμβάνουμε κάθε φορά από την μέτρηση καθορίζεται από το «παιχνίδι» αυτών των αλληλεπιδράσεων. Επομένως, το ότι οι ίδιες αιτίες δεν οδηγούν πάντοτε στο ίδιο αποτέλεσμα δεν σημαίνει την ύπαρξη κάποιας ενδογενούς αυταρχίας (ιντετερμινισμού)1 στο επίπεδο των μικροφαινομένων, αλλά την ύπαρξη μιας πολυδύναμης, συνθετώτερης μορφής καθορισμού (αιτιοκρατίας) που υπερβαίνει τις κλασσικές μορφές της μηχανικής και της δυναμικής αιτιοκρατίας, του κβαντικού στατιστικού καθορισμού.
Η μηχανιστική αιτιοκρατία είναι απολύτως ακατάλληλη, αναρμόδια και συνεπώς ανεπαρκής για τα φαινόμενα του μικρόκοσμου. Ακόμη και εάν γνωρίζαμε την θέση και την ορμή του σωματίου, η γνώση αυτή δεν θα αρκούσε για να προβλεφθεί η συμπεριφορά του σωματίου κατά την αλληλεπίδραση του με το όργανο μέτρησης, επειδή η μέτρηση στην μικροφυσική δεν είναι μηχανικό φαινόμενο. Είναι μία μη γραμμική διαδικασία μετασχηματισμών, η οποία δεν ανάγεται σε μηχανικούς όρους. Παρά ταύτα, οι αντιαιτιοκράτες επιμένουν να την χρησιμοποιούν στην θέση της ειδικής για την περίπτωση του μικρόκοσμου μορφής αιτιοκρατίας. Είναι σαν να προσπαθούν να ανοίξουν όλες τις πόρτες με το ίδιο κλειδί, και όταν δεν τα καταφέρνουν βγάζουν το συμπέρασμα ότι τα κλειδιά δεν ανοίγουν τις πόρτες. Έτσι όταν αποδειχθεί η ανεπάρκεια της μηχανιστικής αιτιοκρατίας για τα φαινόμενα του μικρόκοσμου, περιχαρείς και αλαλάζοντες λένε ότι στον κόσμο του μικρού δεν ισχύει η αιτιοκρατία. Στην συνέχεια επεκτείνουν το αυθαίρετο νοητικό τους κατασκεύασμα και στον μακρόκοσμο, ισχυριζόμενοι ότι η αιτιοκρατία στον μακρόκοσμο δεν είναι παρά μία ψευδαίσθηση, η οποία οφείλεται στην ισχύ του νόμου των μεγάλων αριθμών.
Η αιτιοκρατία ήταν πάντοτε στο στόχαστρο της κυρίαρχης ιδεολογίας. Κι αυτό είναι πολύ φυσικό, δοθέντος ότι η αιτιοκρατία αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο της υλιστικής κοσμοαντίληψης. Ο κατάλογος των δηλώσεων, των άρθρων, των απόψεων που διατύπωσαν κατά καιρούς οι εκπρόσωποι της είναι ιδιαίτερα μακρύς. Θα περιοριστούμε, όμως, σε λίγες χαρακτηριστικές. Ο Ι. Ζερβός σ’ έναν μακρύ επίλογο στο βιβλίο του Buchner Δύναμις και Ύλη τόνιζε ότι ο υλισμός και η αιτιοκρατία οδηγούν στην ανηθικότητα. Έτσι, «η μεν ζωή δεν έχει σκοπό, αφ’ ετέρου δε η ηθική αξία και ευθύνη δεν υφίστανται» (L. Buchner, Δύναμις και Ύλη, Φέξης, 1925, σ. 203). Ο καθηγητής Β. Αιγινήτης το πήγε πιο μακριά. Στο Λεξικό του Ήλιου στο λήμμα Κβαντομηχανική έγραφε ότι το αποτέλεσμα της αιτιοκρατίας ήταν «η ανάπτυξις της μηχανοκρατίας, του υλισμού και της αθεΐας». Ταυτίζοντας την αιτιοκρατία με την μηχανιστική μορφή της και με μία αφελή αναγωγή του ψυχικού στο μοριακό επίπεδο, ο Αιγινήτης έγραφε για το πρόβλημα της ελεύθερης βούλησης: «Δοθέντος ότι τα πάντα είναι καθορισμένα εκ των προτέρων... έπρεπε να δεχθώμεν ότι ο άνθρωπος είναι μηχάνημα με καθορισμένην πορείαν εκ των προτέρων και επομένως δεν έχει απολύτως καμμίαν ευθύνην δια τας πράξεις του».
Ο Jordan, ένας από τους πρωτεργάτες της κβαντικής εποποιΐας, στο βιβλίο του Η Φυσική στον 20ο αιώνα, στην ενότητα με τον εύγλωττο τίτλο Η εκκαθάριση του υλισμού, έγραφε: «Οι νέες αντιλήψεις που προήλθαν από τα κβαντικά φυσικά πειράματα και την θεωρητική τους επεξεργασία σημαίνουν την εκκαθάριση της υλιστικής εικόνας του κόσμου, που είχε αναπτυχθεί στην κλασσική δυτική επιστήμη, στην βάση της Ελληνικής υλιστικής φιλοσοφίας». Λίγες σελίδες πιο πριν μπορούμε να διαβάσουμε: «Ξεφορτωθήκαμε οριστικά ένα από τα πιο χτυπητά χαρακτηριστικά της υλιστικής αναπαράστασης του κόσμου (σημ: εννοεί την αιτιοκρατία), ενώ η θετικιστική θεωρία βρίσκεται επιβεβαιωμένη και αιτιολογημένη με αποφασιστικό τρόπο (P. Jordan, Physics in the twentieth century, Philosophical Library, New York, 1944, σ. 119). Σε ανάλογο μήκος κύματος κινείται και ο Heisenberg στο βιβλίο του Φυσική και Φιλοσοφία.
Το μαζικώτερο, όμως, κίνημα κατά της αιτιοκρατίας, το οποίο, μάλιστα, πήρε διαστάσεις καθολικής υστερίας, σημειώθηκε στην Γερμανία κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου. Με το θέμα αυτό θα ασχοληθούμε σε επόμενο άρθρο.
Πατέρας της αιτιοκρατίας θα πρέπει να θεωρείται ο Πατριάρχης της αρχαίας και της σύγχρονης υλιστικής κοσμοαντίληψης. Ο Δημόκριτος θεωρεί ότι τα άτομα διαθέτουν εγγενώς την δυνατότητα να κινούνται. Η προαιώνια αυτή κίνηση χαρακτηρίζεται ως παλμός και είναι χαοτική προς όλες τις κατευθύνσεις. Όταν τα άτομα φυλακίζονται μέσα στα σύνθετα σώματα, αυτός ο παλμός δεν εξαφανίζεται, αλλά παρουσιάζεται ως επιτόπια ταλάντωση. Η θεμελιώδης αυτή κίνηση οδηγεί στις υπόλοιπες παράγωγες κινήσεις, οι οποίες δημιουργούνται από την σύγκρουση των ατόμων μεταξύ τους. «Πάντα τε κατ’ ανάγκην γίγνεσθαι, της δίνης αιτίας ούσης της γενέσεως των πάντων, ην ανάγκην λέγει». Οι συγκρούσεις μεταξύ των ατόμων αλλάζουν την φορά, την κατεύθυνση και την ταχύτητα τους με συνέπεια την ένωση των ατόμων σε σύνθετα σώματα ή και αμοιβαία απώθησή τους. Οι ίδιες συγκρούσεις μπορεί να οδηγήσουν και στην διάλυση των σύνθετων σωμάτων. Η κίνηση κάθε ατόμου σε μία δεδομένη στιγμή είναι συνισταμένη της κίνησης που έλαβε από το πιο πρόσφατο χτύπημα του και της δικής του προηγούμενης κίνησης, η οποία με την σειρά της είναι αποτέλεσμα δυο συνιστωσών κ.ο.κ. ως το άπειρο. Πρόκειται για μία αλυσίδα κινήσεων, η οποία δίνει το δικαίωμα στον Δημόκριτο να υποστηρίξει ότι η κίνηση, η θέση και ο προσανατολισμός ενός ατόμου σε κάθε  δεδομένο χρόνο προδιαγράφεται μέσα στην ιστορία των κινήσεων όλων των ατόμων με τα οποία ήλθε σε επαφή. Πρόκειται, προφανώς, για την μηχανιστική μορφή αιτιοκρατίας, η οποία, όμως ήδη έχουμε πει, είναι ανεπαρκής για τα φαινόμενα του μικρόκοσμου.
Ο Επίκουρος είτε γιατί αντελήφθη αυτήν την ανεπάρκεια, είτε, το πιθανώτερο, από απέχθεια για κάθε τι το προκαθωρισμένο, το οποίο αναπόφευκτα οδηγεί στην μοιρολατρία, και η μοιρολατρία στην υποταγή, εισήγαγε την περίφημη κατά παρέγκλιση κίνηση. Δηλαδή την σε απροσδιόριστο χώρο και χρόνο κατά παρέκκλιση από τα αναμενόμενα κίνηση των ατόμων. Με τον τρόπο αυτόν ο Επίκουρος εισήγαγε την τυχαιότητα και την πιθανοκρατία. Όμως, το τυχαίο δεν θα πρέπει να θεωρείται άρνηση της αιτιότητας και του καθορισμού. Το τυχαίο βρίσκεται σε μία διαλεκτική σχέση αντίθεσης, ταυτόχρονα όμως και σύνθεσης με την αναγκαιότητα, την οποία προϋποθέτει, επικαλύπτει και της οποίας, με μία αντίθετη έννοια, μπορεί να αποτελεί το υπόβαθρο. Οι δυναμικοί νόμοι συχνά είναι το συνολικό αποτέλεσμα ενός τεράστιου αριθμού τυχαίων συμβάντων. Με μία αντίθετη έννοια, το τυχαίο επικαλύπτει, κάτω από την φαινομενικά χαοτική μορφή του, δυναμικές διαδικασίες. Κάθε τυχαία αλληλεπίδραση έχει τις αιτίες της και τους καθορισμούς της. Το τυχαίο δεν είναι, συνεπώς, ούτε αναίτιο ούτε ακαθόριστο. Στον κόσμο του μικρού ισχύει, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, μία πλέον πολυδύναμη και πλέον πολυσύνθετη μορφή αιτιοκρατίας, όπως ακριβώς είναι και η φύση του μικρού.
Από την άλλη μεριά, οι πιθανότητες θα πρέπει να θεωρηθούν ως το μέτρο των πολλαπλών  δυναμικοτήτων του κβαντικού στατιστικού συνόλου στις δεδομένες συνθήκες. Τροποποίηση των συνθηκών τροποποιεί την πιθανοτική κατανομή του κβαντικού συνόλου, κι αυτό επιβεβαιώνει την ισχύ μιας διαφορετικής μορφής αιτιοκρατίας στον μικρόκοσμο, η οποία υπερβαίνει τις κλασσικές μορφές καθορισμού.
Μπορούμε, επομένως, να πούμε ότι ο Επίκουρος με την κατά παρέγκλιση κίνηση άγγιξε, έστω και διαισθητικά, τα όρια του κβαντικού στατιστικού καθορισμού, εκτινάσσοντας την θεωρία του Δημόκριτου σε ύψη που μόνον οι σύγχρονες προοδευτικές κοσμοαντιλήψεις έχουν φτάσει. Νομίζουμε ότι αυτή είναι η βασική σχέση δημοκρίτειας και επικούρειας φιλοσοφίας, μία σχέση αντίθεσης αλλά και σύνθεσης πάνω σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα, όπως είναι η αιτιοκρατία.
Η προσφορά, όμως, του Επίκουρου δεν περιορίζεται στο επιστημολογικό επίπεδο. Ο Επίκουρος εισάγοντας με την κατά παρέγκλιση κίνηση την τυχαιότητα και την πιθανοκρατία έδωσε στο μέλλον μία προοπτική τελείως αντίθετη από εκείνο το μοιρολατρικό όσο και – όχι τυχαία βέβαια – πολυπροβεβλημένο «το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον». Το μέλλον, μέσα στα πλαίσια κάποιου ζητήματος που εξετάζουμε, καθορίζεται πιθανοκρατικά, της κάθε πιθανής εκβάσεως εξαρτώμενης από την αλληλεπίδραση παραγόντων, που έχουν σχέση μ’ εμάς τους ίδιους, με παράγοντες του κοινωνικού, ακόμη και του φυσικού περιβάλλοντος. Συνεπώς, πεπρωμένο, γραφτό, μοίρα, κισμέτ δεν υπάρχουν. Ο άνθρωπος, σε άλλοτε άλλο  βαθμό, μπορεί να χαράξει την πορεία του στο μέλλον, έχοντας ταυτόχρονα την ευθύνη για τις αποφάσεις του και για τις πράξεις του. Έτσι καταρρέει η μυθοπλασία των αντιαιτιοκρατών, ότι δήθεν η αιτιοκρατία  με την προκαθωρισμένη, με την εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένη εξέλιξη των πραγμάτων, προάγει την ανηθικότητα και εν γένει την εγκληματικότητα. Ο  Επίκουρος με την μεγαλοφυή σύλληψη της κατά παρέγκλιση κίνησης απάλλαξε τον άνθρωπο από τα δεσμά της μοιρολατρίας και της υποταγής, αρκεί, βέβαια, να κάνουμε κτήμα μας και πράξη τα διδάγματα του μεγάλου αυτού διανοητή.
Συμπερασματικά, ο Πατριάρχης της αρχαίας και της σύγχρονης υλιστικής κοσμοαντίληψης άνοιξε τον δρόμο για μία ορθολογική, αντικειμενική κατανόηση του κόσμου. Ο Επίκουρος έδωσε μία ποιοτικά διαφορετική διάσταση στην αντίληψη αυτή. Χωρίς να αναιρέσει την θεωρία του Δημόκριτου, και μάλιστα το ουσιαστικώτερο της στοιχείο, την αιτιοκρατία2, την απάλλαξε από τα στενά, ασφυκτικά και ανεπαρκή για την κατανόηση του μικρόκοσμου πλαίσια των μηχανιστικών αντιλήψεων, της μηχανιστικής αιτιοκρατίας. Η κατά παρέγκλιση κίνηση, την οποία περιέγραψε ο Επίκουρος, ήταν το πρώτο βήμα για την κατανόηση και την περιγραφή, αιώνες αργότερα, μιας συνθετώτερης, μιας πλέον πολυδύναμης και πλέον πολυσύνθετης μορφής αιτιοκρατίας, καταδεικνύοντας ότι δεν υπάρχει μόνον μία μορφή αιτιοκρατίας, αλλά πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους, όπως ακριβώς πολυσύνθετος και πολυπρόσωπος είναι ο κόσμος μας, ο κόσμος του οποίου αναπόσπαστο κομμάτι είμαστε εμείς οι ίδιοι.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1)  Αιτιότητα είναι η σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Αν και έννοια διαφορετική από την αιτιοκρατία, η αιτιότητα πολλές φορές χρησιμοποιείται καταχρηστικά για να υποδηλώσει την αιτιοκρατία. Ιντετερμινισμός ή αυταρχία (εαυτόν+άρχω) ή αναιτιοκρατία είναι η έλλειψη αιτιοκρατίας, δηλαδή η έλλειψη καθορισμού του αποτελέσματος από τα αίτιά του. Στην περίπτωση αυτή, βέβαια, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί από τί τέλος πάντων καθορίζεται το αποτέλεσμα. Μα από την ελευθερία βούλησης, θα ήταν η απάντηση εκπροσώπων και υποστηρικτών του ιντετερμινισμού. Ελευθερία βούλησης είτε των μικροσωματίων είτε των ανθρώπων. Στην δεύτερη περίπτωση της ελευθερίας βούλησης θεωρούμενης ως δώρου του Υπερτάτου Όντος προς το ανθρώπινο γένος. Την αντίληψη αυτή σπεύδουν αμέσως μετά την διατύπωση της να την αναιρέσουν οι διαπρύσιοι κήρυκες, θεολόγοι και θεολογίζοντες, της ελευθερίας βούλησης, λέγοντας ότι αν δεν υπακούμε τις βουλές του Κυρίου, τις οποίες προφανώς αυτοί γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλον, μας περιμένουν τα αιώνια  βασανιστήρια της Κόλασης. Και εις μεν την περίπτωση των μικροσωματίων, δοθέντος ότι η βούληση είναι αποτέλεσμα ανώτερων λειτουργιών, θα πρέπει είτε να δεχτούμε ότι τα μικροσωμάτια είναι εφοδιασμένα μ’ αυτές τις λειτουργίες, είτε ότι λειτουργούν όπως λειτουργούν επειδή υπακούουν σε κάποιους φυσικούς νόμους. Το τελευταίο ακούγεται πολύ απλό, μάλλον όμως είναι πιο κοντά στην λογική. Στην περίπτωση των ανθρώπων η ευγενής χορηγία του Κυρίου μάλλον αποδεικνύεται δώρο άδωρο. Και τούτο γιατί βούληση υπάρχει, ελευθερία όμως; Η ελευθερία του ατόμου, ως μέλους ενός κοινωνικού συνόλου, εξαρτάται και καθορίζεται από κανόνες τους οποίους έχει θεσπίσει η κοινωνία, προκειμένου να διατηρήσει την συνοχή της και σε τελική ανάλυση την επιβίωση της. Συνεπώς ελευθερία βούλησης υπάρχει τόση όσοι είναι και οι βαθμοί ελευθερίας ενός συστήματος, δηλαδή οι παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν την κατάσταση του σε σχέση με το περιβάλλον του. Ελευθερία βούλησης, όπως την εννοούν θεολόγοι και θεολογίζοντες, υπάρχει σ’ έναν Κόσμο, σ’ ένα Σύμπαν παντελώς κενό. Τέτοιο πράγμα, όμως, από ό,τι γνωρίζουμε δεν υπάρχει.
2)Πολλοί, μεταξύ των οποίων δυστυχώς και ωρισμένοι νεοεπικούρειοι, θεωρούν ότι ο Επίκουρος είναι ο   πατέρας του ιντετερμινισμού. Υποστηρίζουν, δηλαδή, ότι ο Επίκουρος με την κατά παρέγκλιση κίνηση εισήγαγε τον ιντετερμινισμό, την αντιαιτιοκρατία, σε μία θεωρία αρχέτυπο των αιτιοκρατικών θεωριών και ότι με τον τρόπο αυτόν δεν αναίρεσε την θεωρία, την οποία προηγουμένως είχε πλήρως αποδεχτεί, αλλά την ενίσχυσε. Ομολογουμένως, δυσκολεύεται κανείς να παρακολουθήσει αυτόν τον συλλογισμό.
Σύνδεσμοι: